«Ασυγκίνητο» το Χρηματιστήριο από την έξοδο στις αγορές

Το τέλος των προγραμμάτων διάσωσης της Ελλάδα και η πρώτη μεταμνημονιακή έξοδος στις αγορές, αντί να αποτελέσουν «ορόσημα», θεωρήθηκαν ως… μη γενόμενα από το Ελληνικό Χρηματιστήριο, το οποίο αδυνατεί να «εξαργυρώσει» τον όποιο θετικό καταλύτη, παραμένοντας εγκλωβισμένο στα χαμηλά επίπεδα διαπραγμάτευσης και στην υποτονική συναλλακτική δραστηριότητα.

Αν και η φετινή χρονιά ξεκίνησε με θετικά βήματα μετά το ταραχώδες 2018, το οποίο έστειλε τον τραπεζικό δείκτη σε νέα ιστορικά χαμηλά, ωστόσο αυτή η ανάκαμψη δεν συνοδεύθηκε από αύξηση του επενδυτικού ενδιαφέροντος των μεγάλων μακροπροθέσμων χαρτοφυλακίων και ούτε και κατάφερε τελικά να κρατήσει, όπως τουλάχιστον φάνηκε στα τέλη της περασμένης εβδομάδας, αφού οι επενδυτές αποφάσισαν να ρευστοποιήσουν τα όποια βραχυπρόθεσμα κέρδη τους, γεγονός που υποδηλώνει πως το Χ.Α. παραμένει αγορά υψηλού ρίσκου.

Ο Γενικός Δείκτης «παλεύει» να κινηθεί πάνω από τις 650 μονάδες, ο μέσος ημερήσιος τζίρος δεν ξεπερνά τα 37 εκατ. ευρώ, όταν πριν από το ξέσπασμα της κρίσης διαμορφωνόταν στα 250 εκατ. ευρώ, η εικόνα κατάρρευσης στην κεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών «επιμένει» με τη χρηματιστηριακή τους αξία να μην μπορεί να ξεπεράσει τα 3,7 δισ. ευρώ, ενώ η έξοδος των εταιρειών από το Χρηματιστήριο συνεχίζεται ακάθεκτη με μόλις 192 μετοχές εταιρειών να τελούν υπό διαπραγμάτευση σήμερα στο ταμπλό σε σχέση με 283 το 2009.

Οπως επισημαίνουν οι αναλυτές, τα ξένα χαρτοφυλάκια δύσκολα θα βάλουν στο ραντάρ τους και πάλι τις ελληνικές μετοχές, προτιμώντας να απέχουν, ειδικά τη στιγμή που η επενδυτική διάθεση διεθνώς τείνει προς την αποστροφή από το ρίσκο μετά και την αύξηση των ανησυχιών για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας. Οι λόγοι αυτής της «αποχής», όπως εξηγούν, είναι ξεκάθαροι: α) Το «πλήγμα» στην αξιοπιστία του Χ.Α. από την υπόθεση της Folli Follie παραμένει ακόμη ανοικτό. β) Η ρηχότητα της αγοράς, η οποία κάνει το Χρηματιστήριο ευάλωτο σε οποιαδήποτε εσωτερικά η εξωτερικά σοκ. γ) Το πρόβλημα των κόκκινων δανείων των ελληνικών τραπεζών και οι καθυστερήσεις στην πρόοδο για την επίλυσή του. δ) Τo πολιτικό τοπίο ενόψει εκλογών και οι όποιες επιπτώσεις στα δημοσιονομικά της χώρας.

Οπως σημειώνει στην «Κ» ο Αθανάσιος Βαμβακίδης, επικεφαλής επενδύσεων στις αγορές συναλλάγματος του G10 της Bank of America Merrill Lynch, οι ελληνικές μετοχές έχουν ανακάμψει φέτος, ωστόσο απλώς επέστρεψαν στα επίπεδα των αρχών Δεκεμβρίου. Η κακή επίδοση του Ελληνικού Χρηματιστηρίου εξηγείται από την πολύ αδύναμη ανάκαμψη της οικονομίας, την πολύ αργή πρόοδο στην εξυγίανση των χαρτοφυλακίων των τραπεζών και την προσδοκία ότι οι θετικές εκπλήξεις από τις μεταρρυθμίσεις είναι απίθανο να υπάρξουν κατά τη διάρκεια ενός εκλογικού έτους.

Στο μεγάλο πλήγμα στην αξιοπιστία του Χ.Α από την υπόθεση της Folli Follie, το οποίο συνεχίζει να βαραίνει την επενδυτική διάθεση, επικεντρώνονται οι εγχώριοι αναλυτές. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η υπόθεση της Folli Follie θα χρειαστεί χρόνο για να ξεπεραστεί, σημειώνει στην «Κ» ο Μάνος Χατζηδάκης, ο υπεύθυνος ανάλυσης της Beta Securities. Η εμπιστοσύνη των μεγάλων ξένων θεσμικών επενδυτών έχει κλονιστεί, καθώς η εταιρεία αποτελούσε κομμάτι από τις 10 επιλεγμένες μετοχές του MSCI του FTSE-25 και του Γενικού Δείκτη, ήταν δηλαδή μετοχή-οδηγός για όσους ήθελαν να επενδύσουν στην Ελλάδα και δη στις πιο αντιπροσωπευτικές εταιρείες της αγοράς.

Η αποκάλυψη της υπόθεσης άνοιξε κύκλο αμφισβήτησης των αριθμών που δημοσιεύουν οι ελληνικές επιχειρήσεις. Δυστυχώς για την ελληνική αγορά, η μείωση του ενδιαφέροντος για το Χ.Α. έρχεται σε μια περίοδο που παρατηρούνται φυγόκεντρες τάσεις αποχώρησης εταιρειών από το χρηματιστηριακό ταμπλό, γεγονός που επιτείνει την εικόνα επενδυτικής αποψίλωσης περιορίζοντας παράλληλα τις επιλογές των επενδυτικών κεφαλαίων στην οργανωμένη αγορά.

Από την πλευρά του, ο Νίκος Σακαρέλης, αναλυτής της Wealth Fund Services, επισημαίνει στην «Κ» πως, για να αποτραπούν παρόμοια φαινόμενα, θα πρέπει να υπάρξουν δράσεις σε δύο επίπεδα. Πρώτον, σε επίπεδο εταιρικής διακυβέρνησης θα πρέπει να υπάρχει τακτική ενημέρωση των επενδυτών-αναλυτών για τη στρατηγική μιας εταιρείας. Δεύτερον, σε επίπεδο κεφαλαιαγοράς και γενικότερα θεσμών, θα πρέπει, εκτός από προληπτικούς ελέγχους (όπως π.χ. για τα διαθέσιμα των εισηγμένων), το θεσμικό πλαίσιο να είναι προσανατολισμένο στις υποχρεώσεις διαφάνειας των εισηγμένων.

Οι προοπτικές του Χ.A. για το 2019

Οι ανησυχίες για νέα αναγκαστική ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών σε συνδυασμό με την πολύ αργή πρόοδο στη διαχείριση των NPLs οδήγησαν σε ισχυρή πτώση των μετοχών του κλάδου το 2018 και σε έντονους κραδασμούς γενικότερα στο ελληνικό Χρηματιστήριο, όπως σημειώνει στην «Κ» ο Αλέξανδρος Μπουλουγούρης, συνεπικεφαλής έρευνας στη Wood & Co. Για την τρέχουσα χρονιά αναμένει ο τραπεζικός κλάδος να παραμείνει ασταθής, καθώς το 2019 αποτελεί μεταβατικό έτος. Τα νέα σχέδια που συζητούνται για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (APS του ΤΧΣ, πρόταση ΤτΕ, δημιουργία SPV στη Eurobank) θα μπορούσαν να είναι μετασχηματιστικά για τον τραπεζικό τομέα, όπως προσθέτει. Ωστόσο, μέχρι οι επενδυτές να κατανοήσουν καλύτερα τον αντίκτυπο που θα έχουν στα κεφάλαια των συστημικών τραπεζών, στα ενσώματα ίδια κεφάλαια και στους δείκτες απόδοσης ιδίων κεφαλαίων, η μεταβλητότητα στον τραπεζικό τομέα θα παραμείνει ο «κανόνας» για το Χ.Α.

Εκτός των τραπεζών η Wood, πάντως, είναι θετική για τις μετοχές εταιρειών ποιότητας με ισχυρούς ισολογισμούς, με τις χαμηλές αποδόσεις του 2018 να παρέχουν καλό σημείο εισόδου για τους επενδυτές. Μετοχές όπως οι ΟΠΑΠ, Jumbo, Τιτάν και Μυτιληναίος θα μπορούσαν επίσης να αποτελέσουν ένα καλό «καταφύγιο» σε περίπτωση επιβράδυνσης της οικονομίας.

Οι πολλές εγχώριες προκλήσεις «εξηγούν» την αδυναμία του Χ.Α να «εκμεταλλευθεί» τους θετικούς καταλύτες, επισημαίνει η Pantelakis Securities, προσθέτοντας πως η επιμονή του τζίρου σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα δείχνει ότι ελληνικό Χρηματιστήριο υπάρχει στο ραντάρ μόνο μιας μικρής ομάδας επενδυτών, με τους long επενδυτές να παραμένουν στο περιθώριο. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της, οι παράγοντες που θα καθορίσουν τις προοπτικές των ελληνικών μετοχών το επόμενο διάστημα είναι η παγκόσμια διάθεση για επενδυτικό ρίσκο, η οποία αν και έχει ανακάμψει παραμένει ευάλωτη, η εγχώρια πολιτική με την αγορά να χαιρετίζει μια νέα ισχυρή κυβέρνηση φιλική προς τις επενδύσεις και τις επιχειρήσεις, η εξυγίανση των τραπεζών, της οποίας η επιτάχυνση είναι επιτακτική ανάγκη, καθώς και η πλήρης πρόσβαση της Ελλάδας στις αγορές, που θα αποκτηθεί μόνον όταν ξεπεραστεί η πολιτική αβεβαιότητα και λυθεί το θέμα των τραπεζών.


kathimerini.gr