«Καρφί» Σημίτη σε Παπανδρέου: Το 1ο Μνημόνιο δεν ήταν μονόδρομος

0
195

Την άποψη πως το Μνημόνιο δεν ήταν μονόδρομος για την χώρα εκφράζει ο πρώην πρωθυπουργός, Κώστας Σημίτης.

Σε συνέντευξη στο Capital.gr ο κ. Σημίτης τονίζει πως «το μνημόνιο του 2010 για την Ελλάδα ήταν μια δοκιμή. Οι χώρες της Ένωσης ήθελαν να κερδίσουν χρόνο και να διαμορφώσουν αργότερα μια μονιμότερη ρύθμιση.  Το 2011 παρουσίασαν προβλήματα και η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία.  Η αρχική θέληση μιας γενικότερης ρύθμισης αναβλήθηκε κατόπιν τούτου ώστε να εξεταστούν και τα προβλήματα των υπολοίπων χωρών. Προέκυψαν έτσι δυσκολίες στην όλη ρύθμιση του θέματος, οι οποίες οδήγησαν σε νέες μακρές συζητήσεις, στην περίπτωση της Ελλάδος και σε νέα μνημόνια».

Όπως είπε χαρακτηριστικά, «πιστεύω ότι το πρώτο μνημόνιο, υπό την εξαιρετικά αυστηρή μορφή που είχε, δεν ήταν μονόδρομος.Εκείνο το οποίο έπρεπε να κάνει η ελληνική κυβέρνηση και δεν έκανε τότε, ήταν ένας έγκαιρος σοβαρός σχεδιασμός για το πώς θα αντιμετωπίσει την κατάσταση. Να τον καταρτίσει και να τον συζητήσει τόσο με την Ε.Ε., όσο και με το ΔΝΤ. Δεν έγινε κανένας σχεδιασμός. Επαναλαμβάνω όμως ότι και το μνημόνιο αποτελούσε μία σειρά αποφάσεων που πήρε η Ε.Ε., χωρίς να είναι έτοιμη».

Έφερε μάλιστα ως παράδειγμα τις ιδιωτικοποιήσεις: «Όλη η Ελλάδα ξέρει ότι η Ε.Ε. ζήτησε ιδιωτικοποιήσεις. Όλη η Ελλάδα έχει ξεχάσει ότι στο πρώτο μνημόνιο, δεν αναφέρονταν οι ιδιωτικοποιήσεις και ότι η ίδια η Ελλάδα πρότεινε να γίνουν ιδιωτικοποιήσεις.  Η Ελλάδα, μάλιστα, τότε στις συζητήσεις, είχε διαβεβαιώσει ότι διαθέτει ρευστοποιήσιμη περιουσία 50 δισεκατομμυρίων, η οποία μπορεί να αξιοποιηθεί. Ο αριθμός ήταν τελείως φανταστικός. Δεν ανταποκρινόταν σε καμιά πραγματικότητα. Όταν είσαι στον βαθμό αυτό ανέτοιμος και λες τέτοιες σαχλαμάρες, το μνημόνιο έρχεται ως φυσικό αποτέλεσμα..».

Με το βλέμμα στον Γιώργο Παπανδρέου, ο πρώην πρωθυπουργός μεταξύ άλλων λέει ότι «μία σοβαρή πολιτική ηγεσία θα μπορούσε να δείξει έναν άλλο δρόμο, δηλαδή να κάνει μία καλύτερη συμφωνία. Αλλά η Ελλάδα χρειαζόταν οπωσδήποτε βοήθεια.  Επίσης η Ελλάδα χρειαζόταν οπωσδήποτε να περιορίσει τα χρέη της, τα ελλείμματά της. Θέλω να αναφέρω την άποψη του  Αμερικανού οικονομολόγου Κρούγκμαν, ο οποίος έχει εκφραστεί επανειλημμένα και έντονα κατά της πολιτικής λιτότητας της Ε.Ε.. Ο κ. Κρούγκμαν, το 2010 και το 2011, είχε τονίσει ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να βγει από την κατάσταση, στην οποία βρίσκεται, χωρίς να εφαρμόσει μια πολιτική λιτότητας, για να μπορέσει να εξοφλήσει το χρέος.  Δηλαδή, επεσήμανε ότι η Ελλάδα ήταν πολύ διαφορετική περίπτωση από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες είχαν προβλήματα χρέους. Διότι η Ελλάδα είχε ξεπεράσει κάθε όριο σε σχέση με το δανεισμό και το χρέος της».

Κατά ΣΥΡΙΖΑ για το χρέος:

«Θέλουν να μας πείσουν ότι πράγματι δίνεται μία μάχη για χρέος. Το θέμα του χρέους, όμως, έχει ρυθμιστεί εδώ και αρκετό καιρό με έναν τέτοιο τρόπο, ώστε είναι σαφής η πορεία μας. Πρώτα θα παρθούν -και πάρθηκαν ήδη- ορισμένα μέτρα, τα οποία, για παράδειγμα, αφορούν την ενοποίηση των επιτοκίων. Δεύτερον, θα ακολουθήσει το 2017 και 2018 ένα δεύτερο κύμα μέτρων. Και τότε, μετά το 2018 θα γίνει απ’ αρχής η κρίσιμη συζήτηση για το αν και πως θα πραγματοποιηθεί η ρύθμιση του χρέους. Προς τι όλη αυτή η ανάδειξη του θέματος, όταν είναι καθορισμένη η πορεία; Απλώς για εντυπώσεις».

Ευθύνες και στην ΕΕ:

«Η Ε.Ε. δεν έκρουσε τον κώδωνα στην Ελλάδα! Η Ένωση και ο επίτροπος Αλμούνια, όπως και ο πρόεδρος Μπαρόζο, υπέδειξαν στην Ελλάδα, το 2007, ότι δεν πάει καλά. Όμως το 2008 και το 2009 δέχτηκαν να μην στείλει η Ελλάδα τα στοιχεία, τα οποία έδειχναν τον εκτροχιασμό της και να μην ληφθούν μέτρα. Διότι δεν ήθελαν να δημιουργήσουν μια αρνητική εντύπωση για τη συντηρητική κυβέρνηση της Ελλάδος, την οποία ο κ. Μπαρόζο – συντηρητικός και αυτός – υποστήριζε. Δηλαδή, η Ε.Ε. έχει και αυτή μεγάλη ευθύνη για αυτό που συνέβη».

Βολές για τη β’ αξιολόγηση:

Σχετικά με τη δεύτερη αξιολόγηση τονίζει ότι δεν προχωρά διότι φαίνεται ότι δεν υπάρχει συνεννόηση. Οι θέσεις των ευρωπαϊκών χωρών απέναντι στην Ελλάδα δεν βρίσκουν τη σύμφωνη γνώμη της Ελλάδος. Και η γνώμη της Ελλάδος είναι ασαφής. Πρέπει να καταλάβουμε ότι ο τρόπος αυτός συνεννόησης, ένας τρόπος συνεννόησης μέσα από μια συνεχή αντιπαράθεση, δεν είναι σωστός.

«Οι σημερινές συνθήκες λειτουργίας του κράτους δεν δημιουργούν εμπιστοσύνη.  Όταν ισχύουν τα capital controls, όταν επικρατεί η εντύπωση ότι μπορεί να πραγματοποιηθεί αιφνιδιαστικά κούρεμα καταθέσεων, όταν μετά τις αλλεπάλληλες μεταστροφές της κυβερνητικής πολιτικής, παραμένει ζωντανός στον κόσμο ο φόβος της επιστροφής στη δραχμή, τότε βέβαια οι πολίτες προτιμούν να μην καταθέτουν τα χρήματά τους στις τράπεζες, περιορίζοντας έτσι τη ρευστότητα και την ανάπτυξη.  Ο όρος για την επάνοδο της εμπιστοσύνης είναι η προβλεψιμότητα και η κανονικότητα. Είναι μία κυβερνητική πολιτική που έχει σαφήνεια, κατανοητές κατευθύνσεις και ενημερώνει ειλικρινά», υπογραμμίζει.