Αλεξάνδρα Ούστα: Η δραματική εξάρτηση των γονιών της από το αλκοόλ και η σκληρή δεκαετία που έχασε όλα τα αγαπημένα της πρόσωπα



«Αρχίζει η ζωή μου και γίνεται ένα μεγάλο νεκροταφείο» λέει χαρακτηριστικά στη συνέντευξή της

Για πρώτη φορά η Αλεξάνδρα Ούστα ξεδίπλωσε άγνωστες και πολύ τραγικές πτυχές της ζωής της στο vidcast της Μαντώς Γαστεράτου, 50 λεπτά. Η ηθοποιός αποκάλυψε πώς έχασε τους γονείς της από αλκοολισμό ενώ σε ένα μικρό χρονικό διάστημα έχασε όλα τα αγαπημένα της πρόσωπα συμπεριλαμβανομένου και του τότε συντρόφου της, Σάκη Μπουλά.

Οι γονείς της ήταν χωρισμένοι και η μητέρα της μεγάλωνε μόνη την ίδια και τον αδελφό της αλλά όπως εξήγησε «δεν μου έλειπε η πατρική φιγούρα γιατί είχα τον παππού και τον θείο οπότε είχα προσλαμβάνουσες. Δεν ένιωθα καθόλου στενάχωρα που ήμουν παιδί χωρισμένων γονιών. Δεν ένιωθα συναισθηματικά ανάπηρη, πήρα πάρα πολλή αγάπη» είπε αρχικά.

«Όλα ξεκίνησαν όταν πέρασε ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας. Μόλις άρχισε να το ξεπερνάει, άρχισε και να πίνει. Ανέκαθεν έπινε κοινωνικά όσο τη θυμάμαι, αλλά πήρε καιρό μέχρι να καταλάβω ότι όντως ήταν πρόβλημα, ότι συνέβαινε σε καθημερινή βάση και πήρε και ακόμη περισσότερο καιρό για να δω και άλλα σημάδια που καταδείκνυαν ότι ήταν αλκοολική, που κρύβεις πια τα μπουκάλια, δεν βλέπεις το μπουκάλι αλλά μυρίζεις το αλκοόλ, λες “Είμαι τρελή; Έχει ποτίσει ο εγκέφαλός μου και το μυρίζω;”. Οπότε έγινε σταδιακά και έγινε και σε μία ηλικία που είχαμε άγνοια για αυτά τα πράγματα. Η πληροφόρηση δεν ήταν όπως τώρα που έχεις το ίντερνετ. Η πάθηση ήταν προφανώς άλλη και αυτό ήταν ένα σύμπτωμα. Μετά την ενηλικίωσή μου κατάλαβα ότι αυτό είναι θέμα, δεν ήταν ότι είναι αλκοολική, αλλά προφανώς ήταν καταθλιπτική για να μπει στη ζωή της το αλκοόλ, ότι κατέφυγε εκεί για να μπορέσει να καλύψει κάτι άλλο», είπε.

Πώς διαχειρίστηκε τον αλκοολισμό της μητέρας της όταν τον κατάλαβε;

«Υπήρχαν εντάσεις που προέκυπταν από το πουθενά. Αυτό το είδε και η υπόλοιπη οικογένεια και προσπαθούσε να βοηθήσει. Το να μιλήσεις με έναν ψυχολόγο το 90 δεν υπήρχε. Οι διαμάχες μεγάλωναν. Ήταν πολλές φορές που της είπα ότι θέλει βοήθεια, αλλά ήταν σαν να μιλάω σε τοίχο. Υπήρχαν και σημάδια που έλεγαν ότι είναι σοβαρό, ότι δεν πάει καλά αυτό το πράγμα. Έκανε κάποιες προσπάθειες να δει κάποιους ψυχιάτρους, αλλά αντί να βοηθηθεί, νομίζω ότι την έκαναν πολύ χειρότερα. Εκεί που της έδιναν φάρμακα με κόκκινη γραμμή για να απεξαρτηθεί από το αλκοόλ, είχε φτάσει σε σημείο να τα παίρνει και τα δύο, το οποίο ήταν απίστευτα επικίνδυνο για τη ζωή της.

Οι εντάσεις μεγάλωναν κι εγώ προσωπικά είχα κουραστεί ψυχικά από αυτό, δεν ήξερα πώς μπορώ να βοηθήσω έναν άνθρωπο που δεν ήθελε να βοηθηθεί. Και κάποια στιγμή – θεωρώ ότι άργησα κιόλας – αποφάσισα να φύγω από το σπίτι, να μπορέσω τουλάχιστον να προστατέψω τον εαυτό μου. Έφυγα απ’ το σπίτι και μετά από τρεις μήνες έχασα τη μαμά μου. Ήταν πολύ ζόρικο. Στα 26-27 μου. Εγώ αισθανόμουν ακόμα πιτσιρίκα. Όταν πέθανε η μαμά μου αισθανόμουν ότι κόπηκε ο ομφάλιος λώρος από τη ζωή, από τη γη και είμαι μόνη μου.

Πετούσα στα σύννεφα, νοίκιασα σπίτι, είχα πολύ καλή δουλειά στο θέατρο, η μαμά μου είχε αποδεχτεί το πρόβλημα και μπήκε σε κλινική και μέσα σε δύο μήνες έφαγα ένα χαστούκι και πάω κάτω από τη γη. Ήταν σοκ. Η μαμά μου πέθανε μέσα στην κλινική απεξάρτησης, ενώ είχε κάνει τον πρώτο κύκλο και τα πράγματα ήταν ενθαρρυντικά. Ήταν τόσο ζορισμένος ο οργανισμός της που δεν άντεξε.

Ήταν χαστούκα, δεν πρόλαβα να την αποχαιρετίσω. Όταν μπαίνει ένας άνθρωπος σε μια τέτοια κλινική, δεν πρέπει να έχει επαφές με τον έξω κόσμο για ένα διάστημα. Αν κάτι το απαλύνει αυτό ήταν ότι εγώ ήμουν η επαφή της με τον έξω κόσμο, να της πάω πράγματα και γι’ αυτό μπορούσαμε να μιλάμε στο τηλέφωνο. Αλλά δεν προμήνυε κάτι αυτό».

Μετά τον θάνατο της μητέρας της όμως οι απώλειες δεν σταμάτησαν. «Αρχίζει η ζωή μου και γίνεται ένα μεγάλο νεκροταφείο» λέει χαρακτηριστικά.

«Όλοι οι άνθρωποι που με ακολουθούσαν, πια δεν ακολουθούν. Είχα απώλειες σχεδόν κάθε χρόνο. Με ανθρώπους πολύ δικός μου. Ήταν μια δεκαετία κλάφ’ τα Χαράλαμπε. Πρώτα έφυγε ο παππούς μου, ο πατέρας της μητέρας μου, που την έβλεπα μαθηματικά σε ένα χρόνο, να αντιγράφει τις κινήσεις που έκανε ο παππούς μου πριν πεθάνει. Φιλοξενούσα τον παππού μου στο σπίτι μου και ξάπλωναν στον ίδιο καναπέ, ο παππούς μου είχε ΧΑΠ, την απέκτησε και η μητέρα μου, την έβλεπα με το οξυγόνο, σαν να ακολουθούσε τα βήματά του. Χάνω τη μητέρα μου και μετά από ένα χρόνο χάνω τη γιαγιά μου. Μετά από δύο χρόνια χάνω τον σύντροφό μου και μετά από άλλα δύο χρόνια φεύγει και ο πατέρας μου από τον ίδιο λόγο που έφυγε η μητέρα μου, από το αλκοόλ. Μεγάλη ταλαιπωρία.

Ο πατέρας μου έφυγε 3 μήνες αφότου μπήκε στο νοσοκομείο. Δεν μεγάλωσα στο ίδιο σπίτι μαζί του. Ήταν πολύ ενοχλητικό να με παίρνει ενώ είχε πιει. Όταν μπήκε στο νοσοκομείο δεν είχε επαφή με το τι συμβαίνει. Ήθελα να είμαι εκεί για αυτόν για να τακτοποιήσω όλα μέσα μου ότι έχω κάνει αυτό που πρέπει. Όσο και να κάνεις το καλύτερο τόσο σου σκάει χαστούκα. 5-6 μήνες μετά είμαι ήδη με τον Γιάννη Σαρακατσάνη, έχουμε παντρευτεί αλλά δεν ήμουν αυτή που ήξερα. Είχα συμπεριφορές που μου έκαναν εντύπωση. Είχα γίνει πολύ ξινή με τους ανθρώπους, αρκετά δηκτική, αγενής και αισθανόμουν κακιά. Ένιωσα να ζηλεύω που αυτά δεν υπήρχαν στη ζωή μου. Δεν με αναγνω΄ριζα. Και παράλληλα τίθεται το θέμα αν θα κάνουμε παιδί με τον Γιάννη. Δεν υπήρχε χώρος στη ζωή μου με όλη αυτή την αρρώστια να θέλω ένα παιδί», αποκάλυψε.

Η ζωή της βέβαια πήρε πια πιο ομαλή τροπή όταν γνώρισε τον σύζυγό της και δημιούργησαν τη δική τους οικογένεια έχοντας αποκτήσει και τον γιο τους, τον Αύγουστο.



womenonly.gr