Απαγόρευση των social media στους εφήβους: Γιατί η εύκολη λύση ίσως είναι και η λάθος
Η μελέτη του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ, που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο στο Journal of Public Health, παρακολούθησε 25.000 παιδιά ηλικίας 11 έως 14 ετών για τρία σχολικά έτη, καταγράφοντας τη χρήση social media, τη συχνότητα ενασχόλησης με παιχνίδια και τις συναισθηματικές ή συμπεριφορικές δυσκολίες τους.
Οι ερευνητές ζήτησαν από τους συμμετέχοντες να δηλώσουν τον μέσο χρόνο που περνούν στα social media μια τυπική σχολική ημέρα, πόσο συχνά παίζουν σε υπολογιστή ή κονσόλα και να συμπληρώσουν μια δεκάβαθμη κλίμακα αξιολόγησης ψυχικής υγείας παιδιών. Η έρευνα δεν βρήκε στοιχεία που να δείχνουν ότι ο χρόνος στα social media ή στο online gaming προβλέπει συναισθηματικές ή συμπεριφορικές δυσκολίες.
Τα αποτελέσματα συνάδουν με προηγούμενα ευρήματα του American Psychological Association, που το 2023 εξέδωσε οδηγία με τίτλο «Health Advisory on Social Media Use in Adolescence», επισημαίνοντας ότι «η χρήση των social media δεν είναι από τη φύση της ούτε ωφέλιμη ούτε επιβλαβής για τους νέους».
Αντίθετα, τόνιζε ότι η επίδρασή τους στους εφήβους εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως τα ατομικά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά, το κοινωνικό περιβάλλον, το περιεχόμενο που επιλέγουν να παρακολουθούν και οι λειτουργίες των ίδιων των πλατφορμών.
Η ίδια οδηγία υπογράμμισε επίσης ότι η εφηβική ανάπτυξη είναι «σταδιακή και συνεχής» και διαφέρει από άτομο σε άτομο, πράγμα που σημαίνει ότι δεν υπάρχει μία συγκεκριμένη ηλικία στην οποία τα παιδιά μπορούν με βεβαιότητα να διαχειριστούν με ασφάλεια και υπευθυνότητα την εμπειρία τους στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης.
Αντί για απαγόρευση, τι;
Οι απαγορεύσεις για παιδιά κάτω από μια συγκεκριμένη ηλικία συχνά τείνουν να αποδειχτούν αναποτελεσματικές: ενθαρρύνουν την παράκαμψη των περιορισμών και μειώνουν τα κίνητρα των πλατφορμών να αναπτύξουν εργαλεία ασφάλειας για ανηλίκους.
Η αντιμετώπιση του χρόνου μπροστά στην οθόνη ως του βασικού προβλήματος αποσπά την προσοχή από την πιο δύσκολη αλλά αναγκαία προσπάθεια: τον σχεδιασμό ευέλικτων πολιτικών βασισμένων σε δεδομένα, που αντανακλούν τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά βιώνουν πραγματικά το διαδίκτυο.
Η πιο αποτελεσματική πολιτική, σύμφωνα με την αναλυτές, δεν είναι η απομάκρυνση των εφήβων από το διαδίκτυο, αλλά η αλλαγή του ψηφιακού περιβάλλοντος. Μεταξύ των προτεινόμενων παρεμβάσεων είναι:
- αυστηρότερη ρύθμιση των εταιρειών τεχνολογίας,
- περιορισμός εθιστικών λειτουργιών,
- μεγαλύτερη διαφάνεια στους αλγορίθμους,
- πρόσβαση ερευνητών σε δεδομένα,
- ισχυρότερη προστασία ανηλίκων και ιδιωτικότητας.
Η συζήτηση μετατοπίζεται έτσι από το «πώς θα απομακρύνουμε τα παιδιά από τα social media» στο «πώς θα κάνουμε τα social media ασφαλέστερα για τα παιδιά».
Ιστορικά, κάθε νέα μορφή επικοινωνίας – από την τηλεόραση έως τα video games, προκαλούσε αρχικά ένα μικρό πανικό.
Με τον χρόνο, οι κοινωνίες δεν την απαγόρευσαν, αλλά τη ρύθμισαν και έμαθαν να ζουν με αυτήν.
Το ίδιο συμβαίνει και με τα social media. Οι έφηβοι δεν πρόκειται να εξαφανιστούν από τον ψηφιακό κόσμο.
Το ερώτημα είναι αν θα τον εγκαταλείψουν χωρίς προστασία ή αν θα διαμορφωθεί με κανόνες που τους λαμβάνουν υπόψη.
Η απαγόρευση είναι μια πολιτικά ελκυστική λύση: απλή, άμεση και εύκολη στην επικοινωνία. Όμως τα προβλήματα που επιχειρεί να λύσει είναι σύνθετα.
Κι αυτό είναι το πραγματικό δίλημμα.
Το μέλλον της ψηφιακής παιδικής ηλικίας δεν θα κριθεί από το αν οι έφηβοι θα έχουν πρόσβαση στα social media, αλλά από το τι είδους social media θα υπάρχουν.