Η οργή του Τραμπ για τον Ερντογάν

0
51



Οι δύο ηγέτες στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ τον περασμένο Ιούλιο. Ενα μήνα μετά, η σχέση τους είναι εντελώς διαφορετική.

Η κάθετη πτώση της τουρκικής λίρας, που σόκαρε τις παγκόσμιες αγορές την Παρασκευή, διέγραψε δύο ξεχωριστά κομβικά σημεία εξελίξεων. Το πρώτο σημειώθηκε λίγα λεπτά ύστερα από την ομιλία του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, κατά τη διάρκεια της οποίας ξεχώρισαν οι δηλώσεις «θα απαντήσουμε σκληρά σε όσους ξεκινούν οικονομικό πόλεμο εναντίον μας» και «μπορεί εκείνοι να έχουν δολάρια, εμείς όμως έχουμε μαζί μας τον Αλλάχ». Το δεύτερο ακολούθησε την ανάρτηση του Αμερικανού ομολόγου του, Ντόναλντ Τραμπ, στο Τουίτερ, στην οποία ανακοίνωσε την απόφαση να διπλασιαστούν οι δασμοί στις τουρκικές εισαγωγές αλουμινίου και χάλυβα και αποκάλεσε τις διμερείς σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών «διόλου καλές».

Το γεγονός αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο. Το μέλλον του τουρκικού νομίσματος είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τους τουρκοαμερικανικούς δεσμούς, και κατ’ επέκταση με την ταραχώδη και απρόβλεπτη σχέση μεταξύ των δύο ηγετών τους τελευταίους μήνες. Αναλυτές κάνουν λόγο για τη χειρότερη κρίση μεταξύ των δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ, από τότε που οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν εμπάργκο όπλων στην Τουρκία έπειτα από την εισβολή της στην Κύπρο το 1974.

Ενα μήνα πριν…

Παραδόξως, πριν από μόλις ένα μήνα, η πραγματικότητα μεταξύ των δύο χωρών ήταν εντελώς διαφορετική, παρότι μία σειρά από προκλήσεις εξακολουθούσαν να ταλανίζουν τις διμερείς σχέσεις ΗΠΑ – Τουρκίας. Πράγματι, η αμερικανική στήριξη των κουρδικών δυνάμεων στη Συρία έβρισκε την Τουρκία εκ διαμέτρου αντίθετη, ενώ η απόφαση της Αγκυρας να προμηθευτεί το ρωσικό σύστημα πυραύλων S-400 προκάλεσε οργή στους αξιωματούχους του Πενταγώνου. Παρ’ όλα αυτά, στη συνάντηση κορυφής του ΝΑΤΟ στα μέσα Ιουλίου, ο Τραμπ επαίνεσε τον Ερντογάν για τη συνεπή στάση και συμβολή του στις αμυντικές δαπάνες των δυνάμεων της υπερατλαντικής συμμαχίας. «Ο Τούρκος πρόεδρος είναι ο μόνος που κάνει τα πράγματα με τον σωστό τρόπο» είχε δηλώσει χαρακτηριστικά ο Τραμπ, και οι δύο ηγέτες επιβεβαίωσαν την κοινή τους δέσμευση για την ανάπτυξη της συνεργασίας τους σε όλους τους τομείς και αντάλλαξαν μια θερμή χειραψία προτού επιστρέψουν στις χώρες τους.

Εντέλει, ο καταλυτικός παράγοντας που πυροδότησε την κρίση μεταξύ των δύο χωρών ήταν η υπόθεση του Αμερικανού πάστορα Αντριου Μπράνσον, ο οποίος βρίσκεται υπό κράτηση στην Τουρκία εδώ και δύο χρόνια και αντιμετωπίζει μια ομοβροντία κατηγοριών για τρομοκρατία και ενεργή συμμετοχή στο αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016. Τόσο οι δικηγόροι του πάστορα όσο και ο Λευκός Οίκος επιμένουν στην αθωότητα του Μπράνσον, και κατηγορούν συνεχώς την Αγκυρα για στοχευμένη «διπλωματία της ομηρίας». Αλλωστε, ο Ερντογάν επιθυμεί διακαώς την έκδοση του ιεροκήρυκα Φετουλάχ Γκιουλέν –του πρώην συμμάχου του που πρωταγωνιστεί στο κυβερνητικό αφήγημα για τους υπαίτιους του αποτυχημένου πραξικοπήματος– παρότι η Ουάσιγκτον δηλώνει πως η Αγκυρα για ακόμη μία φορά δεν έχει καταθέσει ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία για τις κατηγορίες της.

Η οργή του Τραμπ απέναντι στον Ερντογάν κλιμακώθηκε και πήρε τη μορφή των πρώτων κυρώσεων στα τέλη Ιουλίου, όταν κατέρρευσαν τελικά οι διαπραγματεύσεις για την απελευθέρωση του Μπράνσον. Με τις ενδιάμεσες αμερικανικές εκλογές να πλησιάζουν, και τη διάθεση του Αμερικανού προέδρου να συσπειρώσει τον χριστιανικό πυρήνα των ΗΠΑ να βρίσκεται στα ύψη, ο Τραμπ πρότεινε στον Ερντογάν μια εξαιρετικά δελεαστική πρόταση. Σε αντάλλαγμα για την απελευθέρωση του πάστορα, η Ουάσιγκτον θα μείωνε το πρόστιμο δισεκατομμυρίων που είχε επιβάλει στην τουρκική κρατική τράπεζα Halkbank για την παράκαμψη των αμερικανικών κυρώσεων στο Ιράν, και θα επέτρεπε στο ανώτατο κυβερνητικό της στέλεχος να εκτελέσει το υπόλοιπο της ποινής του πίσω στην Τουρκία. Την τελευταία στιγμή, ο Τραμπ προσπάθησε να σφραγίσει τη συμφωνία με μία ακόμη παραχώρηση, πείθοντας τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, Μπέντζαμιν Νετανιάχου, να απελευθερώσει τη νεαρή Τουρκάλα Εμπρού Οζκάν που αντιμετώπιζε κατηγορίες για συνεργασία με την παλαιστινιακή Χαμάς.

Ωστόσο, παρότι ο Λευκός Οίκος ήταν εξαιρετικά αισιόδοξος για την επικείμενη συμφωνία, σύμφωνα με πηγές ο Ερντογάν δεν έμεινε ευχαριστημένος από τις αμερικανικές παραχωρήσεις και απαίτησε να σταματήσει ολοκληρωτικά η έρευνα των αμερικανικών αρχών εναντίον της κρατικής Halkbank. Οι ΗΠΑ, φυσικά, αρνήθηκαν, η συμφωνία κατέρρευσε και ο Αντριου Μπράνσον τέθηκε υπό κατ’ οίκον περιορισμό στη Σμύρνη. Δεν άργησε να ακολουθήσει το πρώτο κύμα αμερικανικών κυρώσεων, που έπληξε δύο υπουργούς του επιτελείου του Ερντογάν.

Κατήφορος…

Εκτοτε, οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών ακολουθούν έναν απότομο ολισθηρό κατήφορο. Οι φιλοκυβερνητικές τουρκικές εφημερίδες κάνουν λόγο επανειλημμένως για «σιωνιστική και χριστιανική συνωμοσία» εναντίον του Ερντογάν, και καλούν την κυβέρνηση να διώξει τα αμερικανικά στρατεύματα από την εξαιρετικά κρίσιμη στρατιωτική βάση του Ιντσιρλίκ, στα σύνορα με τη Συρία. Ο Λευκός Οίκος εξαπολύει σχεδόν καθημερινά επιθέσεις εναντίον της κυβέρνησης του Ερντογάν. Στο μεταξύ, η λίρα έχει χάσει το ένα τέταρτο της αξίας της στις μόλις δύο εβδομάδες που έχουν περάσει από τότε που κατέρρευσε η συμφωνία για την απελευθέρωση του πάστορα.

Ακόμη και αν ο Ερντογάν τελικά λυγίσει και διατάξει την απελευθέρωση του Αντριου Μπράνσον, υπάρχουν αμέτρητες πληγές στις διμερείς σχέσεις ΗΠΑ – Τουρκίας που πρέπει να επουλωθούν. Αλλωστε, πέρα από τον πάστορα, πίσω από τα σίδερα των τουρκικών φυλακών βρίσκονται ο Τουρκοαμερικανός επιστήμονας της ΝΑSA, Σερκάν Γκόλγκε, αλλά και τρεις εργαζόμενοι του αμερικανικού προξενείου στην Αγκυρα, όλοι υπό την κατηγορία συμμετοχής στο πραξικόπημα και σε τρομοκρατικές οργανώσεις. Παράλληλα, το πρώτο άτομο που κάλεσε ο Τούρκος πρόεδρος έπειτα από την ανακοίνωση των δασμών στο αλουμίνιο και στον χάλυβα, ήταν ο Βλαντιμίρ Πούτιν. Προς το παρόν δεν έχουν αποκαλυφθεί λεπτομέρειες για το περιεχόμενο του τηλεφωνήματος, ωστόσο είναι σαφές πως η απόσταση μεταξύ της Τουρκίας και των ΗΠΑ εξακολουθεί να αυξάνεται, με τεράστιες επιπτώσεις για την τουρκική οικονομία και έντονες ανησυχίες για το μέλλον της συμμαχίας του ΝΑΤΟ.

«Θα βρούμε νέους φίλους» απαντά ο Ερντογάν

Την πρόθεση του Ερντογάν να οδηγήσει τη σύγκρουση με τις ΗΠΑ στα άκρα υποδηλώνει άρθρο του στους New York Times, όπου, μεταξύ άλλων, ο Πρόεδρος της Τουρκίας φέρνει ως παράδειγμα την εισβολή στην Κύπρο το 1974, προκειμένου να τονίσει ότι η Άγκυρα θα κάνει ό,τι θεωρεί σωστό προκειμένου να προστατεύσει τα συμφέροντά της αλλά και να αναζητήσει νέους συμμάχους. Επί τούτου, αναφέρει ότι όπως η Ουάσιγκτον «δεν καταλάβαινε» την Άγκυρα το 1974, έτσι και τώρα δεν αντιλαμβάνεται τις τουρκικές προτεραιότητες σχετικά με τον ιμάμη Φετουλάχ Γκιουλέν και τη βόρεια Συρία. Κατηγορεί, επίσης, τις ΗΠΑ ως τη χώρα που προμηθεύει όπλα στους Κούρδους της βόρειας Συρίας. Ως απάντηση στις «μονομερείς ενέργειές των κατά της Τουρκίας», όπως λέει ο Ερντογάν, η Άγκυρα θα αναζητήσει «νέους φίλους και συμμάχους». Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι «προτού είναι πολύ αργά, η Ουάσιγκτον θα πρέπει να εγκαταλείψει την εσφαλμένη αντίληψη ότι η σχέση μας είναι ασύμμετρη και να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι η Τουρκία έχει εναλλακτικές. Η αποτυχία αντιστροφής αυτής της τάσης μονομέρειας και ασέβειας θα μας αναγκάσει να αρχίσουμε να αναζητούμε νέους φίλους και συμμάχους».



Πηγή