Δικαστικό θρίλερ για τον Μαδούρο στη Νέα Υόρκη: Ο δικαστής Άλβιν Χέλερστιν απομάκρυνε δικηγόρο του


Ακόμη και μετά την ανατροπή του, ο πρώην – πλέον- πρόεδρος της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο συνεχίζει να προκαλεί σύγχυση – αυτή τη φορά όχι στην πολιτική σκηνή, αλλά στις αίθουσες των αμερικανικών δικαστηρίων.

Ο 92χρονος δικαστής Άλβιν Χέλερστιν που έχει αναλάβει τη δίκη του Νικολάς Μαδούρο στο Μανχάταν έβαλε τέλος σε μια ασυνήθιστη νομική διαμάχη, αποφασίζοντας ποιος έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον έκπτωτο πρόεδρο της Βενεζουέλας, ο οποίος αντιμετωπίζει βαριές κατηγορίες για ναρκοτρομοκρατία.

Ο ομοσπονδιακός δικαστής Άλβιν Κ. Χέλερσταϊν αποφάσισε τη Δευτέρα (12.01.2026) να απομακρύνει έναν από τους δικηγόρους που διεκδικούσαν ρόλο στην υπεράσπιση του Νικολάς Μαδούρο, κρίνοντας ότι δεν είχε λάβει ποτέ εντολή από τον ίδιο τον Μαδούρο.

Στην απόφασή του, ο δικαστής επισήμανε ότι ο Μπρους Φάιν, ο οποίος είχε ζητήσει να ενταχθεί στην ομάδα υπεράσπισης, δεν είχε προσληφθεί από τον Μαδούρο. Αντίθετα, ο Μπάρι Τζ. Πόλακ – δικηγόρος του Τζούλιαν Ασάνζ – που εμφανίστηκε επισήμως εκ μέρους του πρώην ισχυρού άνδρα της Βενεζουέλας, είχε σαφή και επιβεβαιωμένη εντολή.

Ο Μπρους Φάιν / AP Photo / Manuel Balce Ceneta, File

Ο Πόλακ ενημέρωσε επισήμως το δικαστήριο ότι είναι ο συνήγορος του Μαδούρο τη Δευτέρα 5 Ιανουαρίου, λίγο πριν ο πρώην πρόεδρος οδηγηθεί σε απολογία για συνωμοσία με σκοπό τη ναρκοτρομοκρατία και άλλες σοβαρές κατηγορίες.

Ο Μαδούρο δήλωσε αθώος σε όλες τις κατηγορίες.

Μία εβδομάδα νωρίτερα, την προηγούμενη Τρίτη, ο Μπρους Φάιν είχε καταθέσει αίτημα για να συμμετάσχει στην υπόθεση, το οποίο ο δικαστής είχε αρχικά εγκρίνει.

Ωστόσο, ο Πόλακ κινήθηκε άμεσα και δυναμικά για την απομάκρυνσή του.

Μπάρι Πόλακ: Ο δικηγόρος που εκπροσωπεί τον Νικολάς Μαδούρο / REUTERS / Kim Hong-Ji / File Photo

«Επιβεβαίωσα με τον κ. Μαδούρο ότι δεν γνωρίζει τον κ. Φάιν και ότι δεν έχει επικοινωνήσει ποτέ μαζί του, πόσο μάλλον να τον έχει προσλάβει», ανέφερε ο Πόλακ σε επιστολή προς το δικαστήριο την Πέμπτη.

Από την πλευρά του, ο Φάιν υποστήριξε ότι ενήργησε «καλή τη πίστει», βασιζόμενος σε πληροφορίες από «αξιόπιστα πρόσωπα του στενού κύκλου του προέδρου Μαδούρο», σύμφωνα με τα οποία ο πρώην ηγέτης επιθυμούσε τη συνδρομή του.

Σε email του προς τους New York Times, ο Φάιν διευκρίνισε ότι δεν έλαβε καμία αμοιβή ή υπόσχεση αμοιβής και ότι πληροφορήθηκε πως άτομα από το περιβάλλον του Μαδούρο – συμπεριλαμβανομένου συγγενικού του προσώπου – φοβούνταν προδοσία και δεν εμπιστεύονταν κανέναν στο «πρόχειρα συγκροτημένο» αρχικό νομικό του επιτελείο.

«Μου ειπώθηκε ότι ο χρόνος πίεζε και ενήργησα αναλόγως», δήλωσε ο Φάιν.

Ο ίδιος αρνήθηκε να σχολιάσει τη δικαστική απόφαση, ενώ ο Πόλακ δεν απάντησε άμεσα σε σχετικό αίτημα για δήλωση.

Ο δικαστής Χέλερσταϊν ήταν κατηγορηματικός: το αίτημα του Φάιν δεν είχε καμία νομική βάση.
«Ανώνυμα πρόσωπα δεν μπορούν να διορίσουν συνήγορο. Μόνο ο κατηγορούμενος έχει αυτό το δικαίωμα», ανέφερε.

Ο Φάιν ζήτησε μάλιστα από το δικαστήριο να πραγματοποιηθεί κατ’ ιδίαν συνέντευξη με τον Μαδούρο, ώστε να «διαπιστωθούν οριστικά» οι επιθυμίες του, αίτημα που επίσης απορρίφθηκε.

«Αν ο Μαδούρο επιθυμεί να προσλάβει τον Φάιν, έχει τη δυνατότητα να το κάνει», κατέληξε ο δικαστής. «Ο κ. Φάιν δεν μπορεί να αυτοδιορίζεται συνήγορος του Μαδούρο».

Το πολιτικό διακύβευμα για την Ουάσινγκτον

Η υπόθεση Μαδούρο ξεπερνά κατά πολύ τα όρια μιας συνηθισμένης ποινικής δίωξης. Για την Ουάσινγκτον, η δίκη του αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής πίεσης απέναντι σε καθεστώτα που θεωρούνται εχθρικά προς τις ΗΠΑ.

Οι κατηγορίες περί ναρκοτρομοκρατίας εντάσσονται σε μια μακροχρόνια αμερικανική προσπάθεια να παρουσιαστεί ο Μαδούρο όχι απλώς ως αυταρχικός ηγέτης, αλλά ως επικεφαλής ενός εγκληματικού δικτύου με διεθνή εμβέλεια. Μια καταδίκη του σε αμερικανικό δικαστήριο θα ενίσχυε τη θέση της Ουάσινγκτον ότι η πολιτική απομόνωση και οι κυρώσεις κατά της Βενεζουέλας ήταν δικαιολογημένες.

Παράλληλα, η υπόθεση λειτουργεί ως προειδοποίηση προς άλλους ηγέτες: ακόμη και αν διατηρούν την εξουσία στη χώρα τους, δεν είναι απρόσβλητοι από τη δικαιοσύνη των ΗΠΑ. Το μήνυμα αφορά όχι μόνο τη Λατινική Αμερική, αλλά και κυβερνήσεις που βρίσκονται στο στόχαστρο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

Την Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, προκάλεσε αίσθηση στα social media δημοσιεύοντας μια εικόνα που τον δείχνει ως τον προσωρινό Πρόεδρο της Βενεζουέλας.

Η ανάρτηση έγινε λίγες ημέρες μετά από μια στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ στη χώρα, η οποία οδήγησε στη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του, Κίλια Φλόρες, με στόχο τη δίκη τους στις Ηνωμένες Πολιτείες για υποθέσεις διακίνησης ναρκωτικών και όπλων.

Στην ανάρτησή του στο Truth Social, ο Τραμπ απεικονίζεται να αναλαμβάνει την ηγεσία της Βενεζουέλας από τον Ιανουάριο του 2026.

Μετά τη σύλληψη του Μαδούρο, η αντιπρόεδρος Ντέλσι Ροντρίγκες ορκίστηκε προσωρινή πρόεδρος της Βενεζουέλας.



Πηγή