Ντόναλντ Τραμπ: Το βίαιο λεξιλόγιο του και η νέα αγαπημένη του λέξη «nuclear»
Στη συνέχεια δήλωσε ότι είναι έτοιμος να χτυπήσει «είκοσι φορές πιο σκληρά» και απείλησε ότι θα καταστήσει «σχεδόν αδύνατη την ανοικοδόμηση του Ιράν ως κράτους», προσθέτοντας ότι «θάνατος, φωτιά και οργή θα επικρατήσουν».
Σε μια αποστροφή που προκάλεσε αίσθηση, άφησε ακόμη και να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να πλήξει ξανά πετρελαϊκές εγκαταστάσεις του Ιράν «έτσι, για πλάκα».
Γιατί έχει σημασία η ρητορική του
Παραμένει ασαφές γιατί η ρητορική του Τραμπ είναι τόσο επιθετική και τόσο διαφορετική από εκείνη των προκατόχων του.
Μελέτες δείχνουν ότι χρησιμοποιεί συχνά απλοϊκό και σκληρό λεξιλόγιο για να κάνει το μήνυμά του πιο άμεσο και αξέχαστο για τη βάση του – τους ψηφοφόρους του MAGA – αλλά και για να μετατοπίζει τη δημόσια συζήτηση από θέματα που δεν τον συμφέρουν.
Με άλλα λόγια, κερδίζει την προσοχή και ταυτόχρονα ελέγχει την ατζέντα.
Οι λέξεις, ωστόσο, έχουν βαρύτητα. Το 1945, ο πρόεδρος Χάρρυ Τρούμαν πρότεινε τη δημιουργία του «Υπουργείου Εθνικής Άμυνας», αντικαθιστώντας τον όρο «πόλεμος» με έναν πιο συγκρατημένο χαρακτηρισμό.
Το 2025, ο Τραμπ ανέτρεψε αυτή την παράδοση, μετονομάζοντας το Υπουργείο Άμυνας σε «Υπουργείο Πολέμου» στέλνοντας το μήνυμα ότι οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να πολεμήσουν ανά πάσα στιγμή – όχι μόνο για άμυνα, αλλά και για να «διασφαλίσουν ό,τι τους ανήκει».
Η νέα «αγαπημένη» του λέξη: nuclear
Τον τελευταίο καιρό, μετά την κλιμάκωση της σύγκρουσης με το Ιράν, μια λέξη κυριαρχεί στη ρητορική του: «nuclear» – πυρηνικό.
Όπως επισημαίνει ο David E. Sanger, ρεπόρτερ εθνικής ασφάλειας των New York Times, στη σκέψη του Τραμπ η λέξη αυτή συμβολίζει την απόλυτη ισχύ και ενισχύει την εικόνα του ως ηγέτη. Δεν είναι τυχαίο ότι επαναλαμβάνει συχνά πως οι ΗΠΑ διαθέτουν το ισχυρότερο πυρηνικό οπλοστάσιο στον κόσμο.
Την ίδια στιγμή, ο Τραμπ φαίνεται να υπερβάλλει για την πυρηνική απειλή του Ιράν. Παρότι είχε δηλώσει στο παρελθόν ότι οι ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις είχαν καταστραφεί πλήρως, πρόσφατα υποστήριξε ότι η Τεχεράνη θα μπορούσε να αποκτήσει πυρηνικό όπλο «μέσα σε δύο έως τέσσερις εβδομάδες».
Αυτή η αντίφαση αποτυπώνει ίσως καλύτερα από ο,τιδήποτε άλλο τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί τη γλώσσα: ως εργαλείο ισχύος, εντυπωσιασμού και πολιτικής επιρροής.