Πάνω από 600 Έλληνες έφτασαν στο «Ελευθέριος Βενιζέλος» από Ντόχα και Ντουμπάι – «Πέφταν από πάνω μας οι πύραυλοι, ήταν τρομερό»
Ένα ασταμάτητο, εναέριο «κομβόι» έχει δημιουργήσει η συνεχή επιστροφή των Ελλήνων από τις χώρες της Μέσης Ανατολής και φτάνουν καθημερινά στο «Ελευθέριος Βενιζέλος» και πτήσεις επαναπατρισμού αλλά και με κανονικές. Χθες μάλιστα έφτασαν στο αεροδρόμιο πάνω από 600 άνθρωποι.
Συγκεκριμένα το απόγευμα και το βράδυ της Τετάρτης (11/3/2026) περισσότεροι από 600 άνθρωποι κατάφεραν να επιστρέψουν στην Ελλάδα με δύο πτήσεις από την Ντόχα και το Ντουμπάι. Την ίδια ώρα, δεκάδες άλλα δρομολόγια από τη Μέση Ανατολή ακυρώνονταν το ένα μετά το άλλο λόγω των πολεμικών συγκρούσεων, γι’ αυτό και για πολλούς εγκλωβισμένους η επιστροφή εξελίσσεται σε έναν πραγματικό «Γολγοθά», με τις πτήσεις επαναπατρισμού να αποτελούν μία από τις ελάχιστες επιλογές που έχουν.
Οι Έλληνες που έφτασαν στο Ελευθέριος Βενιζέλος μίλησαν στους δημοσιογράφους και εξέφρασαν την ευγνωμοσύνη τους για τις κυβερνήσεις και του Κατάρ αλλά και της χώρας μας που τους βοήθησαν να επιστρέψουν.
Μια από τις γυναίκες που επέστρεψαν περιγράφει με γλαφυρό τρόπο την καθημερινότητα στην εμπόλεμη ζώνη, όπου ο κίνδυνος είχε γίνει ρουτίνα. «Ήτανε δύσκολα πολύ. Χτυπούσε ο συναγερμός δύο φορές την ημέρα, αλλά η κυβέρνηση μετά από μισή ώρα μας ειδοποιούσε ότι μπορούμε να βγούμε και απλώς να προσέχουμε, να είμαστε ασφαλείς. Αλλά μπορούσαμε να βγούμε», αναφέρει χαρακτηριστικά. Η ίδια στέκεται ιδιαίτερα στη μέριμνα των ελληνικών αρχών, σημειώνοντας πως «η ελληνική κυβέρνηση μάς φρόντισε πάρα πολύ. Εμείς δεν ήρθαμε με πτήση επαναπατρισμού, αλλά μας πήραν πάνω από τέσσερις φορές τηλέφωνο για να γυρίσουμε με τις πτήσεις τους. Βιώσαμε το κλείσιμο των αεροδρομίων που είναι ψυχολογική βία για μας. Κατά τα άλλα όλα καλά».
Ένας άλλος επιβάτης που είχε πάει για κρουαζιέρα σε εκείνες τις περιοχές αποκάλυψε ότι είδε τις ολιγοήμερες διακοπές του να μετατρέπονται σε μια πολυήμερη περιπέτεια εγκλωβισμού. «Για μια βδομάδα πήγαμε, τρεις καθίσαμε. Μπήκαμε στο αεροπλάνο τώρα και μας έβγαλαν με συναγερμό. Πήγαμε σε ασφαλή χώρο και ξαναγυρίσαμε για να μπορέσουμε να έρθουμε», εξηγεί, προσπαθώντας να υποβαθμίσει την προσωπική του ταλαιπωρία μπροστά στο δράμα άλλων ανθρώπων. «Κοιτάξτε, πολλά πράγματα εμείς δεν είδαμε. Ακούγαμε κάποιους θορύβους, αλλά οι συναγερμοί και όταν είναι κλειστά τα αεροδρόμια... Το έχουν ανοίξει μόνο σήμερα. Εμείς ήμασταν σε κρουαζιερόπλοιο και περάσαμε καλά. Άλλοι υπέφεραν πιο πολύ από εμάς».
Για μια άλλη γυναίκα που επέβαινε σε κρουαζιερόπλοιο στην Ντόχα, η ανακούφιση της επιστροφής συνοδεύεται από ένα «ευχαριστώ» προς όσους βοήθησαν. «Καλώς σας βρήκαμε. Είχαμε πάρα πολύ άγχος παιδιά. Ήμασταν λίγοι μέσα στο κρουαζιερόπλοιο στην Ντόχα. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ όλους τους δημοσιογράφους, μας βοηθήσατε πάρα πολύ. Πρέπει να ενδιαφερθούμε τώρα όλοι για αυτούς που μείναν πίσω», δηλώνει με συγκίνηση. Η ίδια εξαίρει τη στάση του πρέσβη, του πλοιάρχου και του πληρώματος, προσθέτοντας πως «η κυβέρνηση του Κατάρ ανέλαβε και τα έξοδά μας. Μας φέρθηκαν πάρα πολύ καλά. Ήτανε δώδεκα μέρες που μείναμε από το προηγούμενο Σάββατο».
Οι πιο σκληρές εικόνες, ωστόσο, έρχονται από εκείνους που είδαν τον πόλεμο να εξελίσσεται ακριβώς πάνω από τα κεφάλια τους. «Πέφταν από πάνω οι πύραυλοι. Εντάξει, όλα καλά. Τέλος καλό, όλα καλά. Πολύ ικανοποιημένοι, πολλή εξυπηρέτηση από την πρεσβεία μας», λέει ένας επιβάτης, εμφανώς ανακουφισμένη που πατά ξανά σε ασφαλές έδαφος.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ένας άνδρας περιγράφει τη φρίκη της αναμονής μέσα στο πλοίο: «Βιώσαμε δύσκολες μέρες. Παιδιά δεν ήταν εύκολο να βλέπεις αναχαιτίσεις επάνω να γίνονται και να μην επιτρέπεται να βγούμε έξω από το πλοίο. Ήταν κάτι το τρομερό. Ήταν κάτι το τρομερό παιδιά. Πραγματικά μας φερθήκανε πάρα πολύ καλά, αλλά αυτό που ζήσαμε εύχομαι να μην το δει κανένας, κανένας από εσάς».