Το 1979, σε μια από τις πιο διάσημες και εκρηκτικές δημοσιογραφικές συναντήσεις του 20ού αιώνα, η Ιταλίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας Οριάνα Φαλάτσι βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον ηγέτη της Ισλαμικής Επανάστασης, Ρουχολάχ Χομεϊνί – τον ισχυρό άνδρα του Ιράν. Η συνέντευξη έμελλε να μείνει στην ιστορία όχι μόνο για τις σκληρές ερωτήσεις της Φαλάτσι, αλλά και για μια συμβολική στιγμή που προκάλεσε αίσθηση: όταν η δημοσιογράφος έβγαλε το τσαντόρ μπροστά του, αποκαλώντας το «ένα ηλίθιο, μεσαιωνικό κουρέλι».
Η Ισλαμική Επανάσταση είχε μόλις θριαμβεύσει. Ο Σάχης είχε εγκαταλείψει το Ιράν και ο Χομεϊνί είχε επιστρέψει από την εξορία, εγκαινιάζοντας μια νέα θεοκρατική εποχή για τη χώρα. Μέσα σε αυτό το κλίμα πολιτικής ανατροπής, η Φαλάτσι ζήτησε και τελικά έλαβε άδεια να πάρει συνέντευξη από τον Χομεϊνί.
Η συνέντευξη αυτή ήταν μόλις η δεύτερη που παραχωρούσε ο Χομεϊνί σε δυτικό δημοσιογράφο μετά την επιστροφή του από το Παρίσι τον Φεβρουάριο του 1979. Η πρώτη είχε δοθεί στον Eric Rouleau της γαλλικής Le Monde.
Η συνάντηση της Φαλάτσι με τον Αγιατολάχ, που πραγματοποιήθηκε στην ιερή πόλη Κομ, θα εξελισσόταν σύντομα σε μια έντονη αντιπαράθεση για το Ισλάμ, την εξουσία και – κυρίως – τον ρόλο των γυναικών στη νέα Ισλαμική Δημοκρατία. Και θα κατέληγε σε μια στιγμή που έμεινε στην ιστορία της δημοσιογραφίας.
«Θα βγάλω αυτό το ηλίθιο, μεσαιωνικό κουρέλι αμέσως»
Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στην κατοικία του Αγιατολάχ, στην Κουμ, και διήρκεσε τρεις ώρες. Το άρθρο της Φαλάτσι δημοσιεύτηκε αρχικά στην ιταλική εφημερίδα Corriere della Sera στο Μιλάνο και την περασμένη εβδομάδα εμφανίστηκε και στο περιοδικό της Κυριακής των The New York Times. Η συνέντευξη αναδημοσιεύτηκε επίσης σε δύο εφημερίδες της Τεχεράνης.
Η Φαλάτσι φορούσε τσαντόρ, το μαύρο πέπλο που φτάνει μέχρι το πάτωμα και το οποίο ήταν υποχρεωμένες να φορούν οι Ιρανές. «Δεν θα φοορύσα μπλε τζιν για να πάρω συνέντευξη από τον Πάπα», εξήγησε. Τελικά, το τσαντόρ αποτέλεσε την πιο δραματική στιγμή της συνέντευξης. Εν μέσω αρκετών ερωτήσεων σχετικά με τον ρόλο των γυναικών σε μια ισλαμική κοινωνία, η Φαλάτσι ισχυρίστηκε ότι το τσαντόρ ήταν σύμβολο του διαχωρισμού στον οποίο έχουν περιέλθει οι γυναίκες από την επανάσταση του 1979. «Οι γυναίκες αναγκάζονται να ζουν κλεισμένες μέσα στα τσαντόρ τους», είπε. «Και παρεμπιπτόντως, πώς μπορεί κανείς να κολυμπήσει φορώντας τσαντόρ;»
«Τα έθιμά μας δεν σε αφορούν», απάντησε ο Χομεϊνί. «Αν δεν σας αρέσει η ισλαμική ενδυμασία, δεν είστε υποχρεωμένη να το φορέσετε, επειδή η ισλαμική ενδυμασία είναι για καλές και αξιοπρεπείς νέες γυναίκες» συνέχισε.
«Πολύ ευγενικό εκ μέρους σας», είπε η Φαλάτσι. «Και αφού το λέτε, θα βγάλω αμέσως αυτό το ηλίθιο μεσαιωνικό κουρέλι αμέσως». Όπως αφηγήθηκε η ίδια αργότερα, μόλις το έβγαλε, ο Χομεϊνί σηκώθηκε «σαν νεαρή γάτα» και έφυγε από το δωμάτιο χωρίς να πει λέξη. Παρ’ όλα αυτά, δέχτηκε να τη συναντήσει ξανά την επόμενη ημέρα.
Όταν το έκανε, αφηγείται η Φαλάτσι, ο Χομεϊνί σηκώθηκε «σαν νεαρή γάτα» και έφυγε από το δωμάτιο χωρίς να πει λέξη. Ο Χομεϊνί, ωστόσο, συμφώνησε να τη δει ξανά την επόμενη ημέρα.
Πιστή στο στιλ της, η Φαλάτσι δεν χαρίστηκε στις ερωτήσεις της. Ξεκίνησε με αυτό που η ίδια αποκάλεσε «τις πιο δύσκολες ερωτήσεις». Μία από αυτές αφορούσε την κατηγορία ότι πολλοί πλέον τον αποκαλούσαν δικτάτορα.
«Με πληγώνει», απάντησε ο Αγιατολάχ, «γιατί είναι άδικο και απάνθρωπο να με αποκαλούν δικτάτορα. Από την άλλη, δεν με νοιάζει ιδιαίτερα, γιατί γνωρίζω ότι η κακία είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης και προέρχεται από τους εχθρούς μας. Με δεδομένο τον δρόμο που έχουμε επιλέξει – έναν δρόμο αντίθετο προς τις υπερδυνάμεις – είναι φυσικό οι υπηρέτες ξένων συμφερόντων να με δηλητηριάζουν με συκοφαντίες».
Ο Χομεϊνί επέμεινε ότι η δικτατορία είναι «το μεγαλύτερο αμάρτημα στη θρησκεία του Ισλάμ» και υποστήριξε ότι ο φασισμός είναι ασύμβατος με το Ισλάμ. «Ο φασισμός γεννήθηκε στη Δύση, όχι ανάμεσα στους λαούς της ισλαμικής κουλτούρας», είπε, προσθέτοντας ότι θα μπορούσε να υπάρξει μόνο αν επέστρεφε ο Σάχης ή αν επικρατούσε ο κομμουνισμός.
Στις περισσότερες ερωτήσεις απάντησε με αυτοπεποίθηση, απορρίπτοντας πολλές από τις κατηγορίες που διατυπώνονταν στη Δύση για το καθεστώς του. Αρνήθηκε ότι οι αριστεροί έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην επανάσταση. «Κανένας τους δεν πολέμησε ούτε υπέφερε. Αντίθετα, εκμεταλλεύτηκαν τον λαό που αγωνίστηκε», είπε.
Κατηγόρησε μάλιστα την Αριστερά ότι δημιουργήθηκε από τους Αμερικανούς «για να εξαπολύει συκοφαντίες εναντίον μας, να μας σαμποτάρει και να μας καταστρέψει».
Όταν η Φαλάτσι παρατήρησε ότι το νέο κράτος δεν θα ονομαζόταν «Ισλαμική Δημοκρατική Δημοκρατία», ο Χομεϊνί απάντησε ότι αυτό δεν έχει σημασία: «Η λέξη Ισλάμ δεν χρειάζεται επίθετα όπως “δημοκρατική”. Ακριβώς επειδή το Ισλάμ είναι τα πάντα, σημαίνει τα πάντα».
Υπερασπίστηκε επίσης τον καθοριστικό ρόλο που θα διαδραμάτιζε ο κλήρος στο νέο Σύνταγμα. «Αφού ο λαός αγαπά και εμπιστεύεται τον κλήρο, είναι σωστό η ανώτατη θρησκευτική αρχή να επιβλέπει το έργο του πρωθυπουργού ή του προέδρου της Δημοκρατίας, ώστε να διασφαλίζεται ότι δεν παραβιάζουν τον νόμο – δηλαδή το Κοράνι».
Ο Αγιατολάχ υπερασπίστηκε ακόμη τις δίκες και τις εκτελέσεις περίπου 600 ανθρώπων μετά την επανάσταση, υποστηρίζοντας ότι όσοι καταδικάστηκαν είχαν εμπλακεί σε βασανιστήρια και σφαγές. Φάνηκε ωστόσο πιο ανήσυχος όταν η Φαλάτσι ανέφερε εκτελέσεις για μοιχεία, πορνεία ή ομοφυλοφιλία.
«Αν ένα δάχτυλο πάθει γάγγραινα, τι κάνετε;» απάντησε. «Αφήνετε να σαπίσει ολόκληρο το χέρι και μετά το σώμα ή κόβετε το δάχτυλο; … Διαφθορά, διαφθορά. Πρέπει να εξαλείψουμε τη διαφθορά».
Ένα πράγμα πάντως φαινόταν να γνωρίζει καλά ο Αγιατολάχ: ότι η ιρανική επανάσταση θα ακολουθούσε τον δικό της δρόμο, ανεξάρτητα από το τι πιστεύουν οι ξένοι.
«Αν εσείς οι ξένοι δεν το καταλαβαίνετε, κακό δικό σας», είπε σε κάποια στιγμή της συνέντευξης.
Πηγή














