Την απάντησή του στις επικρίσεις που δέχεται για τη στάση του απέναντι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς έδωσε ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης με ένα μεγάλο κείμενο στα social media. Ο υπουργός μίλησε κυρίως για τη θεσμική αντιπαράθεση που έχει προκύψει με αφορμή τις δηλώσεις της Ευρωπαίας εισαγγελέως Λάουρα Κοβέσι και το ζήτημα της ανανέωσης της θητείας των εντεταλμένων εισαγγελέων.
Ο υπουργός, Άδωνις Γεωργιάδης, δικαιολογεί την θέση του και κάνει λόγο για ερμηνευτικό κενό στον ευρωπαϊκό κανονισμό ζητώντας την παρέμβαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, ενώ παράλληλα υπερασπίζεται το δικαίωμα άσκησης κριτικής στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Αναλυτικά η ανάρτηση του Άδωνι Γεωργιάδη
«Επειδή βαρέθηκα να με κατηγορούν ότι δεν σέβομαι τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Σκηνή πρώτη: σε μια εκπομπή στο Action σε μια προσπάθεια μου να δώσω μια λογική εξήγηση για την αποστολή αυτών των αστείων δικογραφιών κατά των συναδέλφων μου στην Βουλή (πλέον οι δικογραφίες αυτές θα κριθούν δικαστικά άρα σύντομα θα δείτε αν έχω δίκιο ή άδικο), είπα ότι πιστεύω ότι η κίνηση αυτή έγινε «για να εκβιάσει» η κα Παπανδρέου την ανανέωση της θητείας της.
Αμέσως μετά και μέχρι σήμερα άρχισαν να με κατηγορούν σχεδόν όσοι μιλούν Ελληνικά και οι συνάδελφοι μου με υπερασπίστηκαν χαλαρά οι περισσότεροι. Τους ζητώ συγγνώμη αν καμμία φορά τους φέρνω σε δύσκολη θέση επειδή εκφράζω την γνώμη μου με παρρησία.
Στη συνέχεια η κα Κοβέσι στους Δελφούς σε μία συνέντευξη της (πρωτοφανές ένας εισαγγελέας να δίνει συνέντευξη πολιτική, στην Ελλάδα αν ένας εισαγγελέας έδινε τέτοια συνέντευξη το πιθανότερο θα του είχαν ασκήσει Πειθαρχική δίωξη. Οι δικαστές και οι εισαγγελείς μιλούν με τις αποφάσεις τους λέει ο νομικός μας πολιτισμός, αλλά ούτε αυτό ενοχλεί τους εγχωρίους θεσμολάγνους…) ισχυρίστηκε ότι το Κολλέγιο των Ευρωπαίων Εισαγγελέων έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα βάσει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού, ότι δεν την ενδιαφέρει τι λέει το Ελληνικό Σύνταγμα και αν ο Άρειος Πάγος έχει αντίρρηση ας πάει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στο Λουξεμβούργο.
Αμέσως μετά έρχεται στους Δελφούς ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος που δεν χάνει ευκαιρία να κατηγορεί τον Μητσοτάκη και είπε επί λέξει τα εξής: «αν και το θέμα της αρμοδιότητας της ανανέωσης της θητείας των Ευρωπαίων Εισαγγελέων δεν είναι τόσο σαφές όσο λέει η κ. Κοβέσι κλπ εν τούτοις λόγω της επιθέσεως των Κυβερνητικών στελεχών είναι υποχρεωμένο το ΑΔΣ να ανανεώσει τις θητείες τους κλπ». Δηλ ότι η αποστολή της δικογραφίας αυτής στην Βουλή και η πολιτική σύγκρουση που προκάλεσε οδηγεί αναγκαστικά σε ανανέωση της θητείας τους. Μα τί είχα πει εγώ στο action? Ακριβώς αυτό.
Αλλά και ο πρώην ΠτΔ κ. Παυλόπουλος και καθηγητής της Νομικής είπε στους Δελφούς ότι: «η αποκλειστική αρμοδιότητα για την ανανέωση ανήκει στο ΑΔΣ και επειδή εδώ υπάρχει υπεροχή του Ελληνικού Συντάγματος αυτό αποφασίζει, αλλά λόγω των επιθέσεων των Κυβερνητικών στελεχών πρέπει να ανανεωθεί η θητεία τους κλπ». Δηλ ακριβώς ότι είπα εγώ στο action .
Ενώ και η πρώην Πρόεδρος του ΑΠ κ. Βασιλική Θάνου στην «Δημοκρατία» γράφει άρθρο που λέει ακριβώς τα ίδια. Ότι δηλ η αποκλειστική αρμοδιότητα είναι στο ΑΔΣ αλλά η πολιτική σύγκρουση οδηγεί αναπόφευκτα στην ανανέωση τους κλπ.
Άρα ως προς την αρχική μου θέση, για την οποία έχω ακούσει τα μύρια όσα, επί της ουσίας Βενιζέλος, Παυλόπουλος κα Θάνου είπαν ακριβώς το ίδιο αλλά από άλλη -αντικυβερνητική- σκοπιά.
Πάμε τώρα και στην ουσία της σύγκρουσης και γιατί θεωρώ ότι η ερμηνεία επί του Κανονισμού που έχει δώσει το Κολλέγιο των Εισαγγελέων για τον εαυτό είναι πρωτοφανής και επικίνδυνη.
Ισχύει αυτό που ισχυρίζεται η κα Κοβέσι; Μερικώς ναι, αλλά με σημαντικές επιφυλάξεις.
Το Άρθρο 17(1) του Κανονισμού EPPO ορίζει ρητά: «Κατόπιν πρότασης του Ευρωπαίου Εισαγγελέα, το Κολλέγιο διορίζει τους Εντεταλμένους Ευρωπαίους Εισαγγελείς που ονομάζονται από τα κράτη μέλη. Οι Εντεταλμένοι Ευρωπαίοι Εισαγγελείς διορίζονται για ανανεώσιμη θητεία 5 ετών.»
Σύμφωνα με τον Κανονισμό, κατόπιν πρότασης του Ευρωπαίου Εισαγγελέα (Κοβέσι), το Κολλέγιο διορίζει τους Εντεταλμένους Ευρωπαίους Εισαγγελείς που ονομάζονται από τα κράτη μέλη, και οι Εντεταλμένοι Ευρωπαίοι Εισαγγελείς διορίζονται για ανανεώσιμη θητεία 5 ετών.
Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να παρέμβουν στο «ευρωπαϊκό καθεστώς» των Εντεταλμένων Εισαγγελέων και δεν μπορούν να τους ανακαλέσουν στις εθνικές θέσεις τους.
Επομένως η βασική αξίωση — ότι η ανανέωση δεν απαιτεί νέα πρόταση του κράτους μέλους — φαίνεται να υποστηρίζεται από τον Κανονισμό.
Χρειάζεται όμως αρχικά πρόταση κράτους μέλους;
Ναι λένε όσοι υποστηρίζουν την ερμηνεία Κοβέσι αλλά μόνον για τον αρχικό διορισμό.
Τα κράτη μέλη πρέπει πρώτα να ονομάσουν έναν υποψήφιο για κάθε θέση Εντεταλμένου Εισαγγελέα, και στη συνέχεια το Κολλέγιο διορίζει τους Εντεταλμένους Εισαγγελείς κατόπιν πρότασης του Ευρωπαίου Εισαγγελέα. Ωστόσο, τόσο ο Ευρωπαίος Εισαγγελέας όσο και το Κολλέγιο είναι αυτόνομοι στο να κρίνουν εάν οι υποψήφιοι πληρούν τα κριτήρια ανεξαρτησίας.
Η πρώτη ανάγνωση του Άρθρου 17 είναι: ο αρχικός διορισμός προϋποθέτει ονομασία από το κράτος μέλος, αλλά για την ανανέωση ο Κανονισμός δεν επαναλαμβάνει αυτή την απαίτηση — άρα το Κολλέγιο μπορεί να ανανεώσει αυτοδύναμα.
Αν δεχθούμε όμως αυτή την ερμηνεία, υπάρχει περιορισμός στον αριθμό των ανανεώσεων με αυτή την διαδικασία; Εδώ είναι το πιο ευαίσθητο σημείο.
Οι Εντεταλμένοι Ευρωπαίοι Εισαγγελείς διορίζονται για θητεία 5 ετών, ανανεώσιμη χωρίς χρονικό περιορισμό, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 17(1) του Κανονισμού.
Αυτό σημαίνει ότι, τουλάχιστον κατά γράμμα του νόμου, δεν υπάρχει ρητό ανώτατο όριο ανανεώσεων. Σε αντίθεση, για παράδειγμα, με:
- Τον Ευρωπαίο Εισαγγελέα (Κοβέσι): διορίζεται για μη ανανεώσιμη θητεία 7 ετών.
- Τους Ευρωπαίους Εισαγγελείς (ένας ανά κράτος μέλος): διορίζονται για μη ανανεώσιμη θητεία 6 ετών, με δυνατότητα παράτασης έως 3 ετών από το Συμβούλιο.
Για τους Εντεταλμένους λοιπόν δεν προβλέπεται ανώτατο όριο — κάτι που νομικά τους κάνει την πιο «ανανεώσιμη» κατηγορία στην ιεραρχία της EPPO.
Ο ισχυρισμός της κας Κοβέσι στηρίζεται στο γράμμα του Κανονισμού, αλλά δημιουργεί σοβαρά ζητήματα δημοκρατικής νομιμότητας και ελέγχου: ουσιαστικά μπορεί να δημιουργηθεί ένα σώμα εισαγγελέων που ανανεώνεται εσαεί χωρίς καμία εμπλοκή των εθνικών αρχών, γεγονός που στην ελληνική περίπτωση έχει ήδη δημιουργήσει έντονες τριβές με τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Το γράμμα του κανονισμού όμως λέει ρητά ότι στην ανανέωση δεν προηγείται πρόταση του κράτους; Λέει ρητά ότι είναι άλλη η διαδικασία της ανανέωσης και άλλη του πρώτου διορισμού;
Το Άρθρο 17(1) ορίζει αυτολεξεί: «Κατόπιν πρότασης του Ευρωπαίου Εισαγγελέα, το Κολλέγιο διορίζει τους Εντεταλμένους Ευρωπαίους Εισαγγελείς που ονομάζονται από τα κράτη μέλη. Το Κολλέγιο δύναται να απορρίψει πρόσωπο που έχει ονομασθεί, εάν δεν πληροί τα κριτήρια. Οι Εντεταλμένοι Ευρωπαίοι Εισαγγελείς διορίζονται για ανανεώσιμη θητεία 5 ετών.»
Ο Κανονισμός δεν έχει ξεχωριστή διάταξη για την ανανέωση. Υπάρχει μόνο η παραπάνω πρόταση — μία και μοναδική — που ρυθμίζει τόσο τον αρχικό διορισμό όσο και (εξ αντικειμένου) την ανανέωση.
Αυτό σημαίνει ότι ο Κανονισμός:
- Ρητά απαιτεί ονομασία από το κράτος μέλος για τον αρχικό διορισμό
- Σιωπά εντελώς για τη διαδικασία ανανέωσης
Από αυτή τη σιωπή προκύπτουν δύο αντίθετες ερμηνείες:
Ερμηνεία Κοβέσι: Η απαίτηση ονομασίας από το κράτος μέλος αναφέρεται μόνο στον αρχικό διορισμό («nominated by the Member States»). Για την ανανέωση, εφόσον το πρόσωπο ήδη υπηρετεί, το Κολλέγιο δεν χρειάζεται νέα ονομασία — αρκεί η πρότασή της ως Ευρωπαίου Εισαγγελέα.
Αντίθετη ερμηνεία: Εφόσον το Άρθρο 17 γράφει ενιαία τη διαδικασία (ονομασία κράτους + πρόταση Εισαγγελέα + διορισμός Κολλεγίου), η ίδια λογική πρέπει να ισχύει και για την ανανέωση. Άλλωστε, οι Εντεταλμένοι Εισαγγελείς αρχικά ονομάζονται από τα κράτη μέλη και στη συνέχεια διορίζονται από το Κολλέγιο κατόπιν πρότασης του Ευρωπαίου Εισαγγελέα. Το «αρχικά» υποδηλώνει ότι η ονομασία αφορά μόνο την πρώτη φορά — άρα μάλλον ευνοεί την ερμηνεία Κοβέσι.
Επομένως λοιπόν όχι, ο Κανονισμός δεν λέει ρητά ότι η ανανέωση γίνεται με διαφορετική διαδικασία από τον αρχικό διορισμό. Αντίθετα, σιωπά για τη διαδικασία ανανέωσης. Η Κοβέσι αξιοποιεί αυτή τη νομοθετική σιωπή ως έμμεσο επιχείρημα ότι η απαίτηση ονομασίας του κράτους μέλους δεν επαναλαμβάνεται στην ανανέωση.
Πρόκειται λοιπόν για ερμηνευτικό κενό του Κανονισμού — όχι για ρητή πρόβλεψη — και αυτό ακριβώς είναι το επίμαχο νομικό ζήτημα που δεν έχει επιλυθεί από δικαστήριο.
Υπάρχει όμως οποιοδήποτε άλλο όργανο στο οποίο ορίζονται εθνικοί αντιπρόσωποι που στην λήξη της θητείας τους την ανανέωση μπορεί να την κάνει μόνο του το όργανο χωρίς κάποια πρόταση του κράτους μέλους;
Όχι, δεν υπάρχει τέτοιο precedent (προηγούμενο) στην ΕΕ. Το παράδειγμα της Eurojust είναι το πιο σχετικό για σύγκριση, και δείχνει ακριβώς το αντίθετο μοντέλο: Eurojust (Κανονισμός 2018/1727): Το Κολλέγιο της Eurojust αποτελείται από 27 εθνικά μέλη — έμπειρους δικαστές, εισαγγελείς ή αξιωματούχους αντίστοιχης αρμοδιότητας από κάθε κράτος μέλος. Οι όροι και τα καθήκοντα των μελών καθορίζονται από το κράτος που τους διορίζει. Η θητεία των εθνικών μελών ορίζεται σε 5 έτη, ανανεώσιμη μόνο μία φορά.
Άρα στη Eurojust: το κράτος μέλος διορίζει και ανανεώνει — δεν μπορεί το Κολλέγιο να το κάνει μόνο του. Και υπάρχει ρητό ανώτατο όριο (μία ανανέωση).
Europol Management Board: Το Management Board αποτελείται από έναν αντιπρόσωπο κάθε κράτους μέλους με 4ετή (ανανεώσιμη) θητεία. Και εδώ ο αντιπρόσωπος έρχεται από και ανακαλείται από το κράτος μέλος.
Σε κανένα άλλο EU όργανο με εθνικούς αντιπροσώπους δεν υπάρχει μοντέλο όπου το ίδιο το όργανο ανανεώνει μονομερώς τα μέλη του χωρίς κάποια ενεργή εμπλοκή του κράτους μέλους. Το κανονιστικό πλαίσιο της ΕΕ ακολουθεί παντού τη λογική: κράτος μέλος ορίζει, κράτος μέλος ανανεώνει (ή τουλάχιστον συναινεί).
Αυτό κάνει την ερμηνεία Κοβέσι όχι απλώς αμφισβητήσιμη νομικά, αλλά και θεσμικά ανομοιογενή με ολόκληρο το οικοδόμημα των EU agencies. Ουσιαστικά θα δημιουργούσε ένα μοναδικό precedent χωρίς αντίστοιχο στο ευρωπαϊκό θεσμικό δίκαιο.
Είμαι απολύτως ξεκάθαρος και αυτή μου η θέση δεν έχει να κάνει καθόλου με τα τοπικά ζητήματα που προέκυψαν λόγω ΟΠΕΚΕΠΕ αλλά μιλώ ως Ευρωπαίος Πολιτικός. Πρέπει οπωσδήποτε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Λουξεμβούργου να κρίνει αυτή την ερμηνεία. Προσωπικά πιστεύω ότι δεν πρόκειται να κερδίσει η «ερμηνεία Κοβέσι» διότι κάτι τέτοιο θα ήταν απολύτως πρωτοφανές θεσμικά και τρομακτικό. Φαντάζεστε οι ίδιοι 100 Ευρωπαίοι εντεταλμένοι εισαγγελείς να μείνουν για πάντα επειδή ο ένας θα ψηφίζει τον άλλο; Το μέγεθος της εξουσίας τους θα ήταν αδιανόητο. Είναι κρίμα ένας σημαντικός και χρήσιμος ευρωπαϊκός θεσμός να ξεκινήσει τόσο στραβά και τελικά να στραφεί κατά των θεμελιωδών αξιών της Ευρωπαϊκής φιλελεύθερης Δημοκρατίας.
Όσοι δηλώνουν ευρωπαϊστές αντί να με βρίζουν όλη μέρα για το ύφος μου που δεν τους αρέσει, ας ασχοληθούν με το μείζον που είναι αυτό ακριβώς που σας λέω. Επίσης το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί για λόγους Ασφάλειας Δικαίου. Στο μέλλον σίγουρα κάποιος που θα βρεθεί στο στόχαστρο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα προσφύγει κατά της νομιμότητας της διαδικασίας ανανέωσης τους και αν κριθεί άκυρη θα τεθούν σε αμφισβήτηση όλες οι δικαστικές τους ενέργειες και πιθανόν διεφθαρμένοι να την γλιτώσουν.
Δεν είμαστε ραγιάδες της Ευρώπης να λέμε σε όλα άκριτα ναι. Είμαστε πλήρες Κράτος Μέλος με Ιστορία και Δημοκρατική Παράδοση και ακολουθώντας τους ίδιους τους Κανόνες της ΕΕ μπορούμε και κριτική να ασκούμε και να θέτουμε ερωτήματα επί της ορθής ή μη λειτουργίας των θεσμών. Διότι αυτό είναι η Ευρώπη: αμφισβήτηση, δημοκρατία, λογοδοσία, ελευθερία.
Ξέρω πάλι όλοι θα με κατηγορούν και θα λένε πώς τολμά ο Γεωργιάδης να τα λέει αυτά; Αλλά θα τους απαντήσω με έναν στίχο από το έργο του Σοφοκλέους: «Οιδιπους Τύραννος»: “τολμώ και τα λέω αυτά με την δύναμη της Αλήθειας, αν ακόμη η αλήθεια έχει κάποια αξία στον τόπο αυτόν”».
Πηγή
















