Η Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει οριστικά την κούρσα της ψηφιακής ανταγωνιστικότητας. Και αυτή τη φορά το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τις πλατφόρμες τεχνητής νοημοσύνης, τα data centers ή τους ημιαγωγούς. Βρίσκεται πολύ πιο βαθιά: στις ίδιες τις τηλεπικοινωνιακές υποδομές που θα στηρίξουν την οικονομία της επόμενης δεκαετίας.
Η νέα μελέτη του GSMA (σ.σ. ο σύνδεσμος των εταιρειών κινητής τηλεφωνίας) έρχεται να καταγράψει με αριθμούς αυτό που εδώ και καιρό συζητείται στους διαδρόμους των Βρυξελλών και της παγκόσμιας τηλεπικοινωνιακής βιομηχανίας: η Ευρώπη επενδύει λιγότερο, κινείται πιο αργά και χάνει έδαφος απέναντι στις ΗΠΑ και κυρίως απέναντι στην ανατολική Ασία στον αγώνα για το «πραγματικό» 5G.
Σύμφωνα με τη μελέτη, η Ευρώπη θα χρειαστεί επενδύσεις ύψους 475 δισ. ευρώ έως το 2035 προκειμένου να αποκτήσει δίκτυα κινητών επικοινωνιών αντίστοιχα με εκείνα των πιο προηγμένων αγορών του πλανήτη. Ωστόσο, με βάση τις σημερινές εκτιμήσεις, μόλις 270 δισ. ευρώ θεωρούνται εξασφαλισμένα, αφήνοντας ένα επενδυτικό κενό που φτάνει τα 205 δισ. ευρώ.
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο, όμως, δεν είναι μόνο το ύψος των επενδύσεων. Είναι το τεχνολογικό χάσμα που έχει ήδη δημιουργηθεί. Η λεγόμενη 5G Standalone (5G SA) αρχιτεκτονική —δηλαδή η πλήρης μορφή του 5G με δυνατότητες όπως network slicing, εξαιρετικά χαμηλό latency και βιομηχανικές εφαρμογές μεγάλης κλίμακας— καλύπτει σήμερα περίπου το 80% του πληθυσμού στην ευρύτερη Κίνα και σχεδόν το 50% στην Ινδία. Στην Ευρώπη, το αντίστοιχο ποσοστό παραμένει μόλις στο 2%!
Η διαφορά αποτυπώνει δύο εντελώς διαφορετικές στρατηγικές προσεγγίσεις, όπως τουλάχιστον επισημαίνει η μελέτη του GSMA. Στην Ασία και στις ΗΠΑ, οι κυβερνήσεις και οι ρυθμιστικές αρχές αντιμετώπισαν τα δίκτυα νέας γενιάς ως κρίσιμη εθνική υποδομή και εργαλείο γεωοικονομικής ισχύος. Στην Ευρώπη, αντίθετα, η αγορά παρέμεινε πολυκερματισμένη, οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι λειτουργούν με χαμηλότερα περιθώρια κέρδους και οι επενδύσεις επιβαρύνονται από υψηλό κόστος φάσματος και σύνθετο ρυθμιστικό πλαίσιο.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι επενδύσεις ανά σύνδεση στην Ευρώπη διαμορφώνονται περίπου στα 35 ευρώ, όταν στις αγορές που θεωρούνται παγκόσμιοι ηγέτες ξεπερνούν τα 70 ευρώ ανά σύνδεση. Την ίδια στιγμή, η χρήση δεδομένων αυξάνεται κάθε χρόνο με εντυπωσιακούς ρυθμούς, ενώ τα έσοδα των παρόχων μειώνονται.
Το πρόβλημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς το 5G SA θεωρείται βασική υποδομή για την επόμενη φάση της τεχνητής νοημοσύνης, των αυτόνομων βιομηχανικών δικτύων, των «έξυπνων» logistics και των εφαρμογών απομακρυσμένου ελέγχου. Η συζήτηση δεν αφορά πλέον μόνο ταχύτερο mobile internet για τον καταναλωτή. Αφορά την ικανότητα μιας οικονομίας να υποστηρίξει βιομηχανική παραγωγή υψηλής αυτοματοποίησης, κρίσιμες υποδομές και ψηφιακές υπηρεσίες σε πραγματικό χρόνο.
Η περίπτωση της Ελλάδας
Μέσα σε αυτή την εικόνα, η Ελλάδα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς συγκαταλέγεται στις χώρες που κινήθηκαν ταχύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στην ανάπτυξη υποδομών 5G SΑ. Παρά τις χρόνιες αδυναμίες της ελληνικής αγοράς και το μικρό της μέγεθος, και οι τρεις μεγάλοι πάροχοι κινητής τηλεφωνίας έχουν ήδη προχωρήσει στην ανάπτυξη ή ακόμη και στην εμπορική λειτουργία δικτύων 5G SA, τοποθετώντας τη χώρα μεταξύ των πιο ώριμων αγορών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αυτό το πεδίο.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν συγκριθεί με άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπου το 5G παραμένει σε μεγάλο βαθμό «μη αυτόνομο» (NSA), δηλαδή βασισμένο ακόμη σε σημαντικό βαθμό σε υποδομές 4G. Στην ελληνική περίπτωση, οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι επέλεξαν να επενδύσουν νωρίς στη μετάβαση προς πιο προηγμένες αρχιτεκτονικές, επιδιώκοντας να δημιουργήσουν προϋποθέσεις για επιχειρηματικές εφαρμογές, ιδιωτικά δίκτυα και υπηρεσίες νέας γενιάς. Το ζήτημα εκεί είναι η διάθεση καινοτόμων εφαρμογών που να απευθύνονται τόσο προς τους πολίτες όσο και προς τις επιχειρήσεις.
Πηγή
















