Το χρονικό περιθώριο για να αποφύγει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μία δυσάρεστη σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής της φαίνεται ότι έχει κλείσει καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή συνεχίζεται για τέταρτο μήνα, με τα Στενά του Ορμούζ να παραμένουν ουσιαστικά κλειστά και τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου στα ύψη.
Όλα δείχνουν ότι η ΕΚΤ θα αυξήσει την ερχόμενη Πέμπτη το βασικό της επιτόκιο (αποδοχής καταθέσεων) κατά 25 μονάδες βάσης στο 2,25%, για πρώτη φορά μετά από δυόμισι και πλέον χρόνια. Η τελευταία αύξηση είχε γίνει τον Σεπτέμβριο του 2023, όταν το επιτόκιο καταθέσεων της ΕΚΤ κορυφώθηκε στο 4% για να μειωθεί στη συνέχεια κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες από τον Ιούνιο του 2024 έως τον Ιούνιο του 2025.
Το μήνυμα αλλαγής πολιτικής έστειλε η Ίζαμπελ Σνάμπελ, μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, η οποία δήλωσε ότι τα επιτόκια πρέπει να αυξηθούν καθώς ο πόλεμος έχει κρατήσει πολύ περισσότερο από ό,τι προβλεπόταν και οι υψηλές τιμές ενέργειας διαχέονται πλέον ευρύτερα στην οικονομία. Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι η αύξηση θα ήταν αναγκαία και στην περίπτωση επίτευξης μίας συμφωνίας ΗΠΑ-Ιράν για τερματισμό του πολέμου, επειδή έχουν πληγεί ενεργειακές υποδομές στη Μέση Ανατολή, υπονοώντας ότι θα καθυστερήσει η επαναφορά των τιμών ορυκτών καυσίμων στα προ της κρίσης επίπεδα. Μία συμφωνία ειρήνευσης έχει προαναγγελθεί αρκετές φορές τον τελευταίο μήνα ως θέμα ημερών, χωρίς ωστόσο να έχει υπάρξει αντίκρισμα έως τώρα.
Η ΕΚΤ δεν αναμένεται να δεσμευτεί την ερχόμενη Πέμπτη για τις επόμενες κινήσεις της, αλλά θα επαναλάβει την πάγια θέση της ότι οι αποφάσεις θα λαμβάνονται σε κάθε συνεδρίαση με βάση τα εκάστοτε διαθέσιμα στοιχεία. Όσο καθυστερεί, όμως, μία συμφωνία για τερματισμό του πολέμου τόσο θα μεγαλώνει ο κίνδυνος για περαιτέρω αύξηση του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη και νέα αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ. Σε πρόσφατη έρευνα που έκανε το Reuters, το 60% των οικονομολόγων προέβλεπε και δεύτερη αύξηση μέσα στο 2026, πιθανόν τον Σεπτέμβριο, όπως αναμένουν και οι αγορές χρήματος.
Η επιβράδυνση της οικονομίας της Ευρωζώνης αποτελεί, πάντως, μία εξέλιξη που η ΕΚΤ θα εξετάσει προσεκτικά πριν προχωρήσει σε άλλη αύξηση των επιτοκίων, η οποία θα περιόριζε τη ζήτηση για κατανάλωση και επενδύσεις και θα μπορούσε να ωθήσει σε ύφεση. Τον σημαντικό αντίκτυπο από τον πόλεμο στην οικονομία δείχνουν τόσο τα στοιχεία για το ΑΕΠ του α’ τριμήνου όσο και τα στοιχεία από έρευνες συγκυρίας για το β΄ τρίμηνο. Το ΑΕΠ της Ευρωζώνης μειώθηκε κατά 0,2% το α’ τρίμηνο (σε σχέση με το δ’ τρίμηνο του 2025) καθώς τον Μάρτιο επηρεάστηκε αρνητικά από τον πόλεμο. Αν και η μείωση οφείλεται κυρίως στη βουτιά 12,1% του ιρλανδικού ΑΕΠ, το οποίο επηρεάζεται από τη δραστηριότητα πολυεθνικών επιχειρήσεων, ο αντίκτυπος του πολέμου είναι φανερός.
Αρνητική φαίνεται ότι είναι η πορεία και στο β’ τρίμηνο εφέτος. Ο επικεφαλής οικονομολόγος της S&P Global, Κρις Γουίλιαμσον, σημείωσε, με αφορμή την έρευνα της εταιρείας σε επιχειρήσεις τον Μάιο, ότι από τις απαντήσεις τους φαίνεται πιθανή επίσης μία μείωση του ΑΕΠ κατά 0,2%, αν δεν υπάρξει κάποια σημαντική μεταβολή τον Ιούνιο. «Το επιχείρημα για περαιτέρω αυξήσεις επιτοκίων θα είναι δυσκολότερο να υποστηριχθεί, εάν η οικονομία συνεχίσει να εξασθενεί, καθώς μάλιστα η μείωση της ζήτησης θα περιορίζει τη δυνατότητα αύξησης των τιμών και των μισθών», πρόσθεσε.
Η ΕΚΤ θα πρέπει, συνεπώς, στις επόμενες συνεδριάσεις της να σταθμίσει πολύ προσεκτικά τον κίνδυνο του πληθωρισμού με τον κίνδυνο μίας σοβαρής επιβράδυνσης της οικονομίας. Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη συνέχισε την ανοδική του πορεία τον Μάιο, φτάνοντας στο 3,2% από 3% τον Απρίλιο και 1,9% τον Φεβρουάριο. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται κυρίως στις τιμές ενέργειας που αυξήθηκαν κατά 10,9% σε ετήσια βάση, αλλά για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο σημειώθηκε αύξηση των τιμών και σε άλλες μεγάλες ομάδες προϊόντων και υπηρεσιών. Στον τομέα των υπηρεσιών, ο δείκτης τιμών αυξήθηκε 2,5% από 2% τον Απρίλιο και 2,4% τον Φεβρουάριο, ενώ οι τιμές των βιομηχανικών προϊόντων (πλην ενέργειας) αυξήθηκαν 0,9% από 0,8% και 0,7%, αντίστοιχα. Υπήρξαν, δηλαδή, δευτερογενείς αυξήσεις των τιμών σε άλλους κλάδους της οικονομίας, μία τάση που θα εντείνεται όσο καθυστερεί το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ.
Στην ανάλυση της έρευνας του Μαΐου, ο Γουίλιαμσον σημείωσε ότι οι πιέσεις στις τιμές έχουν ενταθεί στο πιο ανησυχητικό επίπεδο τριών και πλέον ετών, υποδηλώνοντας ότι ο πληθωρισμός μπορεί να φτάσει κοντά στο 4% τους επόμενους μήνες.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
enikonomia.gr
















