Το 36,1% της ακαθάριστης περιουσίας των ελληνικών νοικοκυριών απαρτίζεται από χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού -καταθέσεις, μετοχές, αμοιβαία κεφάλαια και λοιπές επενδύσεις, όπως δείχνουν τα στοιχεία της έκθεσης της UBS με τίτλο «Global Wealth Report 2026».

Το υπόλοιπο, δηλαδή σχεδόν τα 2/3  τρίτα, είναι δεσμευμένο σε μη χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία, με κυρίαρχη τη στεγαστική ιδιοκτησία.

Το ποσοστό αυτό συγκαταλέγει την Ελλάδα στη λίστα με τις  τελευταίες θέσεις μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών. Ενδεικτικά αναφέρεται πως, η Ισπανία καταγράφει το χαμηλότερο ποσοστό ως προς αυτό  στη Δυτική Ευρώπη (31,4%), ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο η Ελλάδα υπερβαίνει οριακά τη Ρωσία (31,2%) και την Ινδία (25,8%).

Όσον αφορά στις  ΗΠΑ, επισημαίνεται πως τα χρηματοοικονομικά assets αντιπροσωπεύουν το 78,9% του συνολικού πλούτου. Αυτό είναι υπερδιπλάσιο ποσοστό σε σχέση με την Ελλάδα.

Στην Ελβετία το ποσοστό είναι  στο 65,3%, στον Καναδά στο 66,2% και στο Ηνωμένο Βασίλειο στο 55,9%.  Ενώ, στην Γερμανία το ποσοστό είναι 43,6%, παρόλο, που θεωρείται παραδοσιακά «συντηρητική» οικονομία σε ό,τι αφορά τις επενδύσεις.

Το ποσοστό αυτό είναι υψηλότερο από την Ελλάδα. Η Ιταλία, χώρα με πολλά κοινά πολιτισμικά και οικονομικά χαρακτηριστικά με τη δική μας, κινείται στο 50,9%.

Αυτό οφείλεται σε  μεγάλο βαθμό στα πολύ υψηλά ποσοστά ιδιοκατοίκησης που χαρακτηρίζουν τις μεσογειακές χώρες. Στην Ελλάδα, η ιδιοκτησία κατοικίας λειτουργεί ταυτόχρονα ως στέγη, ως αποταμίευση και ως «ασφάλεια» -ένα μοντέλο που αφήνει ελάχιστο περιθώριο για τη διοχέτευση πόρων σε χρηματοπιστωτικά μέσα.

Tι σημαίνει για την τσέπη του Έλληνα η “εμμονή’ με τα ακίνητα

Σημαντικές συνέπειες έχει πρακτικά η υπερσυγκέντρωση του πλούτου σε ακίνητα. Ειδικότερα:

  • Πρώτον, η ρευστότητα. Ένα ακίνητο δεν μετατρέπεται εύκολα σε μετρητά -τουλάχιστον όχι χωρίς χρονοβόρες διαδικασίες και κόστη συναλλαγής. Σε μια κρίση, όπως αυτή που βίωσε η χώρα μετά το 2010, η ακίνητη περιουσία δεν προσφέρει ασπίδα. Η έκθεση της UBS σημειώνει εύγλωττα ότι η ιδιότητα του εκατομμυριούχου δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ρευστότητα -σε πολλές περιπτώσεις, η αύξηση των τιμών ακινήτων «δημιουργεί» εκατομμυριούχους στα χαρτιά, χωρίς να αυξάνει το διαθέσιμο εισόδημά τους.
  • Δεύτερον, η απόδοση. Ιστορικά, τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία -και ιδίως οι μετοχές- τείνουν να αποδίδουν καλύτερα μακροπρόθεσμα από τα ακίνητα, ιδίως αν ληφθεί υπόψη το κόστος συντήρησης και φορολόγησης.
  • Τρίτον, η διαφοροποίηση. Ένα νοικοκυριό που έχει το 60-65% της περιουσίας του σε ένα μόνο ακίνητο είναι εξαιρετικά εκτεθειμένο στις τοπικές συνθήκες της αγοράς ακινήτων -και κατ’ επέκταση στην πορεία της ελληνικής οικονομίας.

Αξίζει να σημειωθεί πως, ο μέσος καθαρός πλούτος ανά ενήλικα ανήλθε στα 143.343 δολάρια στο τέλος του 2025. Αυτό κατέταξε την χώρα μας στην 30ή θέση παγκοσμίως.

Ωστόσο, η διάμεση περιουσία -αυτή που αφορά τον «τυπικό» πολίτη και έφτασε  τις 59.162 δολάρια, λιγότερο από το μισό.

Παράλληλα, η χώρα έχει  πλέον σχεδόν  82.000 εκατομμυριούχους (σε δολάρια). Ο αριθμός αυτός αυξήθηκε κατά 3,5% το 2025. Ο δείκτης ανισότητας Gini  ήταν στο 0,60 για τη χώρα μας  -υψηλότερος από αυτόν της Ιταλίας (0,54), της Γαλλίας (0,57) και της Ισπανίας (0,57).

 

 


enikonomia.gr