Σε νέο αδιέξοδο οδηγήθηκαν οι διαπραγματεύσεις για το 21ο πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν κατάφερε να εξασφαλίσει την απαιτούμενη ομοφωνία. Σύμφωνα με το Politico, η Ελλάδα μπλόκαρε τη συμφωνία, αντιδρώντας σε μέτρα που θεωρεί ότι πλήττουν ευθέως τον ελληνικό ναυτιλιακό κλάδο.

Η Αθήνα εμφανίζεται, κατά το Politico, ανυποχώρητη απέναντι στην πρόταση που θα απαγορεύει σε εταιρείες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να μεταφέρουν φυσικό αέριο από τη Ρωσία σε καταναλωτές τρίτων χωρών. Η ελληνική πλευρά υποστηρίζει ότι το μέτρο υπερβαίνει όσα είχαν συμφωνηθεί σε επίπεδο ηγετών και ότι, στην πράξη, τα πλοία θα συνεχίσουν τις μεταφορές αλλάζοντας σημαία ή νηολόγιο.

Οι συνομιλίες των πρεσβευτών ολοκληρώθηκαν το βράδυ της Τετάρτης (22.07.2026) χωρίς αποτέλεσμα, παρά τις αλλεπάλληλες προσπάθειες των τελευταίων εβδομάδων να γεφυρωθούν οι διαφορές. Νέος γύρος διαπραγματεύσεων έχει προγραμματιστεί για το πρωί της Πέμπτης, σε μια ύστατη προσπάθεια να διασωθεί το πακέτο πριν από τη θερινή διακοπή των εργασιών.

Στόχος των νέων ενεργειακών και εμπορικών περιορισμών είναι να μειωθούν περαιτέρω τα έσοδα που χρησιμοποιεί η Μόσχα για τη χρηματοδότηση του πολέμου στην Ουκρανία. Ωστόσο, αρκετές από τις αρχικές προβλέψεις του πακέτου, το οποίο παρουσιάστηκε τον Ιούνιο, έχουν ήδη αποδυναμωθεί κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η απαγόρευση εισαγωγής ρωσικών θαλασσινών και οι περιορισμοί στη χορήγηση θεωρήσεων εισόδου σε πρώην μέλη των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων.

Η ένσταση της Αθήνας για το LNG

Στο επίκεντρο της διαφωνίας βρίσκεται η προτεινόμενη απαγόρευση μεταφοράς ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου προς τρίτες χώρες από εταιρείες με έδρα στην ΕΕ.

Η Ιρλανδία, η οποία ασκεί την εκ περιτροπής Προεδρία του Συμβουλίου, πρότεινε να επιτραπεί στα ευρωπαϊκά δεξαμενόπλοια να συνεχίσουν τις εξαγωγές ρωσικού LNG έως τον Ιανουάριο του 2029. Η συμβιβαστική πρόταση προβλέπει ανώτατο όριο στις ποσότητες και απαγόρευση σύναψης νέων συμβάσεων.

Η ελληνική κυβέρνηση, ωστόσο, έχει απορρίψει μέχρι στιγμής τη λύση αυτή και ζητεί εξαίρεση χωρίς χρονικό περιορισμό, σύμφωνα με τρεις Ευρωπαίους διπλωμάτες που επικαλείται το Politico.

Το βασικό επιχείρημα της Αθήνας είναι ότι μια απαγόρευση που θα εφαρμόζεται μόνο στις ευρωπαϊκές εταιρείες δεν θα σταματήσει τη μεταφορά του ρωσικού LNG. Αντιθέτως, εκτιμά ότι τα πλοία θα μεταφέρουν τη νηολόγησή τους σε χώρες εκτός Ε.Ε., με αποτέλεσμα να μειωθεί αντί να ενισχυθεί η ευρωπαϊκή εποπτεία.

Ο ρόλος της ελληνικής ναυτιλίας

Η Ελλάδα, όπως επισημαίνει το Politico, διαθέτει έναν από τους ισχυρότερους εμπορικούς στόλους διεθνώς, με περισσότερα από 5.000 πλοία, τα οποία μεταφέρουν περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου φορτίου σε όρους βάρους.

Παράλληλα, ο ελληνόκτητος στόλος πλοίων μεταφοράς LNG είναι ο μεγαλύτερος στον κόσμο ως προς τη συνολική χωρητικότητα, γεγονός που εξηγεί τη σκληρή στάση της Αθήνας στις διαπραγματεύσεις.

Το Politico αναφέρεται ειδικά στην ελληνική ναυτιλιακή εταιρεία Dynagas, η οποία διαθέτει πλοία ενισχυμένα για πλεύση σε πάγους και ικανά να προσεγγίζουν τον ρωσικό τερματικό σταθμό LNG στον Αρκτικό Ωκεανό.

Σύμφωνα με την ελληνική επιχειρηματολογία, η απαγόρευση δεν θα πλήξει ουσιαστικά τις εξαγωγές της Μόσχας, αλλά θα μεταφέρει το σχετικό έργο σε εταιρείες και νηολόγια τρίτων χωρών.

Κίνδυνος μεγαλύτερων εσόδων για τη Μόσχα

Σύμφωνα με το Politico, η καθυστέρηση στην έγκριση του πακέτου επηρεάζει και το ανώτατο όριο στην τιμή του ρωσικού πετρελαίου, το οποίο αναμένεται να παραταθεί εκ νέου για μικρό χρονικό διάστημα.

Η άνοδος των διεθνών τιμών ενέργειας, λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή, ενδέχεται να οδηγήσει σε επανυπολογισμό του σημερινού ορίου των 44,10 δολαρίων ανά βαρέλι. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να επιτρέψει στο Κρεμλίνο να εξασφαλίσει σημαντικά υψηλότερα έσοδα.

Καθώς οι αποφάσεις για τις κυρώσεις απαιτούν την ομοφωνία και των 27 κρατών-μελών, κάθε κυβέρνηση μπορεί να χρησιμοποιήσει τη συναίνεσή της ως διαπραγματευτικό όπλο, διεκδικώντας εξαιρέσεις ή άλλες παραχωρήσεις.

Η νέα καθυστέρηση φέρνει πλέον τις συνομιλίες στο παρά πέντε, καθώς η συνεδρίαση της Τετάρτης επρόκειτο αρχικά να είναι η τελευταία συνάντηση των πρεσβευτών πριν από τις θερινές διακοπές του Αυγούστου.


Πηγή