Το 2026 βρίσκει τις οικονομικές σχέσεις Ελλάδας και Κίνας σε φάση αναζωογόνησης, με τις ελληνικές εξαγωγές να ανακάμπτουν δυναμικά, το ενδιαφέρον Κινέζων επενδυτών για τη χώρα να παραμένει ισχυρό και τον τουρισμό να αναδεικνύεται σε έναν από τους πλέον ελπιδοφόρους τομείς συνεργασίας.
Τα στοιχεία της Ετήσιας Έκθεσης 2025 του Γραφείου ΟΕΥ Πεκίνου δείχνουν ότι, παρά το μεγάλο εμπορικό έλλειμμα υπέρ της Κίνας, καταγράφονται εξελίξεις που δημιουργούν αισιοδοξία για τα επόμενα χρόνια.
Το 2025 το διμερές εμπόριο Ελλάδας-Κίνας ξεπέρασε τα 7,18 δισ. ευρώ. Οι ελληνικές εξαγωγές προς την κινεζική αγορά αυξήθηκαν κατά 68,1%, φθάνοντας τα 697,2 εκατ. ευρώ από 414,6 εκατ. ευρώ το 2024, ενώ οι εισαγωγές από την Κίνα μειώθηκαν κατά 6,6%, στα 6,48 δισ. ευρώ. Ως αποτέλεσμα, το εμπορικό έλλειμμα της χώρας περιορίστηκε κατά περίπου 740 εκατ. ευρώ, εξέλιξη που θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική μετά από χρόνια συνεχούς διεύρυνσής του.
Πρωταγωνιστής της εξαγωγικής ανόδου ήταν τα πετρελαιοειδή, με εξαγωγές ύψους 279 εκατ. ευρώ και εκρηκτική αύξηση 1.972% μέσα σε ένα έτος, καλύπτοντας το 40% των συνολικών ελληνικών εξαγωγών προς την Κίνα. Στη δεύτερη θέση βρέθηκαν τα φαρμακευτικά προϊόντα με 102,7 εκατ. ευρώ και αύξηση 44%, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική του ελληνικού φαρμακευτικού κλάδου στην κινεζική αγορά. Ακολούθησαν τα μάρμαρα με 77,5 εκατ. ευρώ, τα μεταλλεύματα πολύτιμων μετάλλων με 74,6 εκατ. ευρώ και τα προϊόντα χαλκού με 21,8 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, η έκθεση εντοπίζει σημαντικές προοπτικές για ελληνικά προϊόντα όπως το ελαιόλαδο, οι χυμοί φρούτων, τα γαλακτοκομικά και προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, τα οποία μπορούν να επωφεληθούν από τη συνεχή διεύρυνση της κινεζικής μεσαίας τάξης.
Εξίσου σημαντικές είναι οι προοπτικές στον τομέα των επενδύσεων. Η Ελλάδα εξακολουθεί να προσελκύει κινεζικά κεφάλαια σε τομείς όπως οι υποδομές, η ενέργεια, τα logistics, οι τηλεπικοινωνίες και η αξιοποίηση ακινήτων. Ξεχωριστή θέση κατέχει το πρόγραμμα Golden Visa, το οποίο έχει εξελιχθεί σε βασικό δίαυλο εισόδου κινεζικών επενδύσεων στη χώρα. Από την έναρξη του προγράμματος το 2013 έως το τέλος του 2024 είχαν χορηγηθεί 15.115 άδειες παραμονής σε επενδυτές, εκ των οποίων οι 8.607 αφορούσαν Κινέζους πολίτες, που αντιστοιχούν στο 56,2% του συνόλου. Συνολικά, περισσότεροι από τους μισούς επενδυτές του προγράμματος προέρχονται από την Κίνα, ενώ μόνο κατά τη διετία 2023-2024 οι σχετικές επενδύσεις ανήλθαν σε 4,47 δισ. ευρώ.
Ο τουρισμός, ωστόσο, είναι ο τομέας που συγκεντρώνει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το 2026. Η έκθεση χαρακτηρίζει την κινεζική αγορά ως μία από τις σημαντικότερες αναπτυξιακές ευκαιρίες για τον ελληνικό τουρισμό. Πριν από την πανδημία, το 2019, οι αφίξεις Κινέζων τουριστών στα ελληνικά αεροδρόμια είχαν φθάσει περίπου τις 164.000. Μετά τη δραματική πτώση του 2020, το 2023 οι αφίξεις ανέκαμψαν στις 95.311, σηματοδοτώντας την επιστροφή της κινεζικής αγοράς.
Οι Κινέζοι ταξιδιώτες επιλέγουν κυρίως την Αθήνα, τη Σαντορίνη, τη Μύκονο, τα νησιά του Αιγαίου, την Κρήτη, τους Δελφούς, την Ολυμπία και τα Μετέωρα. Προτιμούν ταξίδια διάρκειας 5 έως 8 διανυκτερεύσεων, διαμένουν κυρίως σε ξενοδοχεία τριών έως πέντε αστέρων και δαπανούν έως 2.500 ευρώ ανά ταξίδι. Σύμφωνα με την έκθεση, το 80% των Κινέζων επισκεπτών αγοράζει πακέτα που αφορούν αποκλειστικά την Ελλάδα, γεγονός που αποδεικνύει ότι η χώρα έχει αποκτήσει πλέον αυτόνομη θέση στον κινεζικό τουριστικό χάρτη.
Παράλληλα, καταγράφονται νέες τάσεις στην κινεζική ταξιδιωτική αγορά. Αυξάνεται συνεχώς ο αριθμός των μεμονωμένων ταξιδιωτών που αναζητούν αυθεντικές εμπειρίες, πολιτιστικές διαδρομές, γαστρονομία και θεματικές μορφές τουρισμού. Ενισχύονται επίσης τα επαγγελματικά ταξίδια, ο ιαματικός τουρισμός, τα ταξίδια συνταξιούχων αλλά και η επιλογή ελληνικών προορισμών για γάμους και τηλεοπτικές παραγωγές κινεζικών μέσων ενημέρωσης.
Καθοριστικό ρόλο στην περαιτέρω ανάπτυξη των τουριστικών ροών αναμένεται να διαδραματίσουν οι απευθείας αεροπορικές συνδέσεις Αθήνας-Πεκίνου, Αθήνας-Σαγκάης και οι συνδέσεις με το Τσενγκντού, καθώς και η ενίσχυση της προβολής της Ελλάδας μέσω κινεζικών ψηφιακών πλατφορμών και κοινωνικών δικτύων. Η έκθεση υπογραμμίζει ότι η απλοποίηση των διαδικασιών έκδοσης βίζας, η διευκόλυνση των ηλεκτρονικών πληρωμών μέσω Alipay, WeChat Pay και UnionPay και η στοχευμένη διαφήμιση σε μεγάλες κινεζικές πόλεις μπορούν να αυξήσουν σημαντικά τον αριθμό των επισκεπτών τα επόμενα χρόνια.
Με δεδομένο ότι η Κίνα διαθέτει τη μεγαλύτερη μεσαία τάξη στον κόσμο και εκατομμύρια πολίτες αναζητούν νέους ταξιδιωτικούς προορισμούς και επενδυτικές ευκαιρίες στο εξωτερικό, το 2026 διαμορφώνεται ως έτος σημαντικών δυνατοτήτων για την Ελλάδα. Η αύξηση των εξαγωγών, η επιτυχία της Golden Visa και η ανάκαμψη του κινεζικού τουρισμού, όπως εκτιμάται, συνθέτουν ένα πλαίσιο που μπορεί να οδηγήσει σε ακόμη στενότερες οικονομικές σχέσεις μεταξύ Αθήνας και Πεκίνου τα επόμενα χρόνια.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
enikonomia.gr
















