Νέα εστία πολιτικής αντιπαράθεσης προκαλούν οι εξαγγελίες του Κυριάκου Μητσοτάκη για τη βιομηχανική πολιτική, καθώς η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛ.Α.Σ.) αμφισβητεί ότι πρόκειται για ένα νέο σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης και υποστηρίζει πως η κυβέρνηση επαναφέρει, λίγο πριν από την κορύφωση της προεκλογικής περιόδου, δεσμεύσεις που είχαν ήδη παρουσιαστεί πριν από τέσσερα χρόνια χωρίς να έχει προηγηθεί απολογισμός της εφαρμογής τους.
Καλά πληροφορημένες πηγές της ΕΛ.Α.Σ. σημειώνουν ότι η παρέμβαση του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν συνοδεύτηκε από καμία αποτίμηση της Εθνικής Στρατηγικής Βιομηχανίας του 2022, παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση είχε τότε δεσμευθεί για ένα ολοκληρωμένο σχέδιο με δεκάδες παρεμβάσεις και συγκεκριμένους ποσοτικούς στόχους έως το 2027.
Η «νέα αρχή» που θυμίζει το 2022
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, το μεγαλύτερο πολιτικό πρόβλημα για την κυβέρνηση δεν είναι οι ίδιες οι εξαγγελίες, αλλά το γεγονός ότι παρουσιάζονται ως μια νέα μεταρρυθμιστική αφετηρία, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν επανάληψη όσων είχαν ανακοινωθεί ήδη από την πρώτη Εθνική Στρατηγική Βιομηχανίας.
Υπενθυμίζουν ότι το κυβερνητικό σχέδιο προέβλεπε 43 παρεμβάσεις και συγκεκριμένους δείκτες: αύξηση της συμμετοχής της βιομηχανίας στο ΑΕΠ στο 13%, ενίσχυση των εξαγωγών βιομηχανικών προϊόντων στο 15% και αύξηση της απασχόλησης στο 12% έως το 2027.
Ωστόσο, έναν χρόνο πριν από την ολοκλήρωση του σχεδιασμού, δεν παρουσιάστηκε καμία αποτίμηση της προόδου. «Δεν ακούστηκε ούτε μία κουβέντα για το πόσοι στόχοι επιτεύχθηκαν, ποιες δεσμεύσεις έμειναν πίσω και ποιο είναι το πραγματικό ισοζύγιο της επταετίας», σχολιάζουν στελέχη της ΕΛ.Α.Σ., εκτιμώντας ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από τον απολογισμό στις νέες υποσχέσεις.
Οι ευρωπαϊκοί δείκτες που τροφοδοτούν την κριτική
Στην επιχειρηματολογία της Αμαλίας κεντρική θέση καταλαμβάνουν τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τα οποία αποτυπώνουν μια εικόνα που απέχει από το κυβερνητικό αφήγημα περί παραγωγικού μετασχηματισμού.
Παρά την αύξηση της απασχόλησης στη βιομηχανία, η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας παραμένει μόλις στο 54% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Παράλληλα, οι επιχειρηματικές δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη διαμορφώνονται στο 0,9% του ΑΕΠ, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση ο μέσος όρος φθάνει το 1,5%.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στη μεταποίηση μέσης και υψηλής τεχνολογίας, όπου η προστιθέμενη αξία περιορίζεται στο 2%, σημαντικά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που υπερβαίνει το 5%.
Κατά τις ίδιες πηγές, οι συγκεκριμένοι δείκτες καταδεικνύουν ότι η παραγωγική ανασυγκρότηση παραμένει ζητούμενο, παρά τις κυβερνητικές διακηρύξεις.
Αδειοδοτήσεις και χωροταξικό – Οι εκκρεμότητες παραμένουν
Στο στόχαστρο της κριτικής βρίσκονται και οι νέες δεσμεύσεις για επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων.
Πηγές της ΕΛ.Α.Σ. επισημαίνουν ότι ακόμη και η τελευταία έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καταγράφει σημαντικές εκκρεμότητες στις εφαρμοστικές πράξεις που αφορούν την περιβαλλοντική αδειοδότηση της μεταποίησης, ενώ η χώρα εξακολουθεί να εμφανίζει χαμηλές επιδόσεις ως προς την αποτελεσματικότητα των σχετικών διαδικασιών.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσουν και την πολύχρονη εκκρεμότητα του ειδικού χωροταξικού πλαισίου για τη βιομηχανία, το οποίο εξακολουθεί να μην έχει ολοκληρωθεί, παρά τις επανειλημμένες κυβερνητικές δεσμεύσεις.
Το αγκάθι του ενεργειακού κόστους
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στο κόστος της ενέργειας, το οποίο χαρακτηρίζεται καθοριστικός παράγοντας για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής μεταποίησης.
Όπως σημειώνουν πηγές της ΕΛ.Α.Σ., τα στοιχεία του ΙΟΒΕ δείχνουν ότι η ελληνική βιομηχανία εξακολουθεί να αγοράζει ηλεκτρική ενέργεια με μέση τιμή 115 ευρώ ανά μεγαβατώρα, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώνεται στα 83 ευρώ.
Κατά την εκτίμησή τους, η διαφορά αυτή αποδυναμώνει κάθε συζήτηση περί ανταγωνιστικότητας και αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει η ελληνική παραγωγή.
Τα 451 δισ. ευρώ και οι πραγματικές δυνατότητες
Αμφισβήτηση διατυπώνεται και για την παρουσίαση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων.
Στελέχη της ΕΛ.Α.Σ. επισημαίνουν ότι τα 451 δισ. ευρώ στα οποία αναφέρθηκε ο πρωθυπουργός αφορούν την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το συνολικό ευρωπαϊκό πλαίσιο ανταγωνιστικότητας και έρευνας της περιόδου 2028-2034 και όχι πόρους που έχουν ήδη εξασφαλιστεί για την Ελλάδα.
Όπως υπογραμμίζουν, η τελική κατανομή θα εξαρτηθεί από την ποιότητα των εθνικών σχεδίων, την ωριμότητα των επενδύσεων και τη διοικητική επάρκεια κάθε κράτους-μέλους.
Το πολιτικό μήνυμα προς το 2027
Στην ΕΛ.Α.Σ. θεωρούν ότι η πιο αποκαλυπτική στιγμή της ομιλίας του Κυριάκου Μητσοτάκη ήταν η αναφορά του ότι «βγάζει το πρωθυπουργικό καπέλο» για να φορέσει το κομματικό.
Κατά τις ίδιες πηγές, η συγκεκριμένη αποστροφή επιβεβαιώνει ότι το Μέγαρο Μαξίμου έχει ήδη περάσει σε προεκλογική τροχιά και επιχειρεί να οικοδομήσει το αφήγημα της τρίτης κυβερνητικής θητείας, με αιχμή τη βιομηχανία και την οικονομία.
Η Αμαλίας, από την πλευρά της, επιμένει ότι πριν ανοίξει η συζήτηση για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει τι απέγινε το προηγούμενο σχέδιο που παρουσίασε το 2022 και ποιο είναι τελικά το ισοζύγιο της επταετούς διακυβέρνησής της.
Πηγή
















