Πάνω από τις μισές περιοχές του πλανήτη που εξετάστηκαν βρίσκονται αντιμέτωπες με κακή ή πολύ κακή διαχείριση του εδάφους, σε μια εξέλιξη που απειλεί την αγροτική παραγωγή, τη βιοποικιλότητα και την επισιτιστική ασφάλεια.
Η προειδοποίηση περιλαμβάνεται σε νέα παγκόσμια αξιολόγηση του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO), η οποία δημοσιοποιήθηκε ενώ οι διαπραγματεύσεις για την αντιμετώπιση της ξηρασίας και της υποβάθμισης της γης βρίσκονται στην τελική τους φάση στην COP17 της Σύμβασης του ΟΗΕ για την Καταπολέμηση της Ερημοποίησης, στο Ουλάν Μπατόρ της Μογγολίας.
Σύμφωνα με την έκθεση, το 52,5% των περιφερειών και υποπεριφερειών που αξιολογήθηκαν χαρακτηρίζεται από κακή ή πολύ κακή διαχείριση του εδάφους. Περίπου το ένα τρίτο βρίσκεται σε μέτρια κατάσταση, ενώ μόλις το 14% κατατάσσεται στις περιοχές με καλή ή πολύ καλή διαχείριση.
Το στοιχείο που προκαλεί μεγαλύτερη ανησυχία είναι ότι η επιδείνωση συνεχίζεται παρά το γεγονός ότι οι βασικές μέθοδοι προστασίας και αποκατάστασης των εδαφών είναι εδώ και χρόνια γνωστές.
Η γη δεν προλαβαίνει να ανακάμψει
Το έδαφος αποτελεί τη βάση της παγκόσμιας παραγωγής τροφίμων. Ο FAO υπολογίζει ότι στηρίζει περίπου το 95% της παραγωγής τροφίμων, φιλοξενεί περίπου το 59% της παγκόσμιας βιοποικιλότητας και αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη δεξαμενή άνθρακα του πλανήτη, μετά τους ωκεανούς.
Την ίδια στιγμή, όμως, η πίεση πάνω στη γη αυξάνεται.
Από την προηγούμενη μεγάλη αξιολόγηση του FAO, το 2015, ο παγκόσμιος πληθυσμός έχει αυξηθεί κατά περίπου 800 εκατομμύρια ανθρώπους. Στο ίδιο διάστημα, περίπου 80 εκατομμύρια επιπλέον εκτάρια γης χρησιμοποιήθηκαν για βασικές καλλιέργειες, έκταση που αντιστοιχεί σχεδόν στο άθροισμα της Γαλλίας και της Γερμανίας.
Η γεωργία, επομένως, καλείται να παράγει περισσότερα τρόφιμα σε έναν φυσικό πόρο που σε πολλές περιοχές χάνει σταδιακά την παραγωγική του ικανότητα.
Η διάβρωση είναι ο μεγαλύτερος εχθρός
Η σοβαρότερη απειλή για την ποιότητα των εδαφών είναι η διάβρωση. Το γόνιμο επιφανειακό στρώμα απομακρύνεται από το νερό και τον άνεμο, κυρίως ως αποτέλεσμα πρακτικών που δεν επιτρέπουν στο έδαφος να διατηρήσει τη δομή και τη βιολογική του λειτουργία.
Στις υπόλοιπες πιέσεις περιλαμβάνονται η απώλεια οργανικού άνθρακα, η κακή διαχείριση των θρεπτικών συστατικών, η υποχώρηση της βιοποικιλότητας του εδάφους, η συσσώρευση αλάτων, η ρύπανση και η αστική επέκταση.
Η κλιματική αλλαγή επιβαρύνει περαιτέρω την κατάσταση, καθώς η ξηρασία και οι ακραίες καιρικές συνθήκες μπορούν να επιταχύνουν την υποβάθμιση. Παράλληλα, η υποβάθμιση των εδαφών μπορεί να ενισχύσει την κλιματική αλλαγή, περιορίζοντας τη δυνατότητά τους να αποθηκεύουν άνθρακα.
Η κατάσταση χειροτερεύει
Τα στοιχεία της νέας αξιολόγησης δείχνουν ότι η τάση δεν έχει ανακοπεί.
Από το 2015 μέχρι σήμερα, η διαχείριση των εδαφών βελτιώθηκε μόλις στο 10% των περιοχών που αξιολογήθηκαν. Αντίθετα, στο 58% η κατάσταση επιδεινώθηκε.
Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση της παραγωγής δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη πρόοδο στην προστασία της γης από την οποία εξαρτάται.
Ο FAO επισημαίνει ότι το βασικό πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη γνώσης. Οι πρακτικές που μπορούν να περιορίσουν την υποβάθμιση είναι σε μεγάλο βαθμό γνωστές, αλλά η εφαρμογή τους παραμένει περιορισμένη.
Οι λύσεις υπάρχουν – Το κόστος είναι το εμπόδιο
Ο περιορισμός της άροσης, οι καλλιέργειες κάλυψης, η ενσωμάτωση δέντρων στις γεωργικές εκτάσεις και η καλύτερη διαχείριση των λιπασμάτων είναι μεταξύ των πρακτικών που μπορούν να προστατεύσουν και να βελτιώσουν την υγεία του εδάφους.
Το πρόβλημα για πολλούς αγρότες είναι το κόστος της μετάβασης. Ο FAO αναφέρει ότι η περιορισμένη πρόσβαση σε πόρους και οι υψηλές αρχικές δαπάνες δυσκολεύουν την υιοθέτηση καλύτερων πρακτικών. Για τον λόγο αυτό ζητά ισχυρότερα οικονομικά κίνητρα, περισσότερα τοπικά δεδομένα και αξιοποίηση της γνώσης που έχει αναπτυχθεί σε τοπικές και αυτόχθονες κοινότητες.
Η έκθεση μεταφέρει έτσι το βάρος από το επίπεδο της επιστημονικής γνώσης στο επίπεδο της πολιτικής και της χρηματοδότησης: οι λύσεις είναι γνωστές, αλλά δεν εφαρμόζονται με την ταχύτητα που απαιτεί η έκταση του προβλήματος.
Η κρίσιμη διαπραγμάτευση στην COP17
Η έκθεση δημοσιοποιήθηκε την ώρα που περισσότερες από 190 χώρες συμμετέχουν στην COP17 της UNCCD στο Ουλάν Μπατόρ, με αντικείμενο την αντιμετώπιση της ερημοποίησης, της υποβάθμισης της γης και της ξηρασίας.
Οι διαπραγματεύσεις επικεντρώνονται στην προσπάθεια επίτευξης μιας διεθνούς συμφωνίας για την αντιμετώπιση της ξηρασίας. Η προηγούμενη COP16, που πραγματοποιήθηκε στο Ριάντ, δεν κατάφερε να καταλήξει σε αντίστοιχη συμφωνία.
Στο τραπέζι βρίσκεται και μια ευρύτερη συζήτηση: αν η υποβάθμιση της γης θα πρέπει να αντιμετωπίζεται απομονωμένα ή ως μέρος ενός ενιαίου προβλήματος που συνδέει την κλιματική αλλαγή, την απώλεια βιοποικιλότητας και την έλλειψη νερού.
Η έκθεση του FAO προσθέτει έναν ακόμη αριθμό σε αυτή τη συζήτηση, αλλά ο αριθμός είναι δύσκολο να αγνοηθεί: στο 58% των περιοχών που εξετάστηκαν η διαχείριση των εδαφών επιδεινώθηκε μέσα στην τελευταία δεκαετία.
Πηγή















