Πολιτικό σεισμό προκάλεσε στην κυβέρνηση της Εσθονίας το σκάνδαλο με τον υπουργό Άμυνας να παραιτείται μετά τις αποκαλύψεις ότι η χώρα κατέβαλε 70 εκατ. ευρώ σε μια εταιρεία για την προμήθεια πυρομαχικών πυροβολικού στην Ουκρανία, παρότι η συγκεκριμένη επιχείρηση δεν είχε πουλήσει ούτε ένα βλήμα.
Ο υπουργός Άμυνας της Εσθονίας, Χάννο Πέβκουρ παραιτήθηκε την Τετάρτη (02.09.2026), μετά τις αποκαλύψεις για τη συμφωνία φιάσκο με την προμήθεια πυρομαχικών. Ο Πέβκουρ δήλωσε ότι δεν γνώριζε προσωπικά τα προβλήματα που συνδέονταν με τη συμφωνία, ανέφερε όμως ότι είναι έτοιμος να αναλάβει την ευθύνη για την κατάληξή της.
«Ένας ηγέτης πρέπει να έχει τη δύναμη και το θάρρος να αναλαμβάνει την ευθύνη. Παρότι ο υπουργός δεν μετρά κάλτσες και φυσίγγια ούτε διεξάγει τις διαπραγματεύσεις για τις συμβάσεις, οι παρατηρήσεις της Εθνικής Ελεγκτικής Υπηρεσίας θέτουν ζήτημα πολιτικής ευθύνης», έγραψε σε ανάρτησή του στο Facebook, με την οποία ανακοίνωσε την παραίτησή του.
«Γι’ αυτό οφείλω σήμερα να αναλάβω την πολιτική ευθύνη για το σύνολο του αμυντικού τομέα και να παραδώσω τη σκυτάλη του υπουργείου Άμυνας στον πρωθυπουργό», πρόσθεσε.
Η έκθεση που αποκάλυψε την υπόθεση
Στις 28 Αυγούστου, η Εθνική Ελεγκτική Υπηρεσία της Εσθονίας δημοσιοποίησε έκθεση για τις αμυντικές δαπάνες της χώρας, ασκώντας κριτική στις στρατιωτικές προμήθειες του υπουργείου Άμυνας κατά τα τελευταία χρόνια. Η έκθεση προκάλεσε εκκλήσεις για παραίτηση του Πέβκουρ, καθώς ήρθε στο φως το λάθος των 70 εκατ. ευρώ.
Το 2024, η Εσθονία υπέγραψε συμφωνία για την αγορά βλημάτων πυροβολικού από την ιταλικής έδρας εταιρεία Datasel S.R.L., η οποία ανήκει στην ινδική Neco Defense Munitions. Βάσει της συμφωνίας, η Ουκρανία θα προμηθευόταν πυρομαχικά για τον πόλεμο εναντίον των ρωσικών δυνάμεων, με χρηματοδότηση από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό για την Ειρήνη της ΕΕ.
Η συμφωνία συνήφθη σε μια περίοδο κατά την οποία οι ουκρανικές δυνάμεις αντιμετώπιζαν σοβαρή έλλειψη βλημάτων πυροβολικού. Το πρόβλημα είχε επιδεινωθεί από τις καθυστερήσεις στα αμερικανικά πακέτα βοήθειας και την αποτυχία της ΕΕ να επιτύχει τον στόχο της για την παράδοση ενός εκατομμυρίου βλημάτων έως τον Μάρτιο του 2024.
Προκαταβολές εκατομμυρίων και άχρηστα βλήματα
Το Εσθονικό Κέντρο Αμυντικών Επενδύσεων (RKIK) κατέβαλε προκαταβολικά εκατομμύρια ευρώ στην Datasel για τα πυρομαχικά. Ωστόσο, η εταιρεία ενημέρωνε επανειλημμένα για καθυστερήσεις, με αποτέλεσμα να μην πραγματοποιηθεί καμία παράδοση επί μήνες. Όταν τελικά έφτασε μια παρτίδα το 2025, τα βλήματα αποδείχθηκαν ελαττωματικά και «άχρηστα».
Ο σημερινός γενικός διευθυντής του RKIK, Έλμαρ Βάχερ, ο οποίος δεν είχε την εποπτεία της αρχικής σύμβασης, δήλωσε ότι η συμφωνία δεν θα έπρεπε ποτέ να είχε υπογραφεί. «Κατά τη γνώμη μου, δεν έπρεπε να υπογράψουμε σύμβαση μαζί τους», ανέφερε. «Εάν αρχίσω να χτίζω ένα σπίτι και προσλάβω μια εταιρεία που δεν έχει κατασκευάσει ποτέ ξανά σπίτι, υπάρχει η εύλογη αμφιβολία ότι το σπίτι δεν θα ολοκληρωθεί».
Εκτόξευση των αμυντικών δαπανών
Οι αμυντικές δαπάνες της Εσθονίας έχουν αυξηθεί απότομα μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022. Από το 2% του ΑΕΠ το 2022 ανήλθαν στο 3,4% το 2025. Για το 2026, η Εσθονία ανακοίνωσε ότι οι αμυντικές δαπάνες θα αυξηθούν στο 5,4% του ΑΕΠ και ότι ο προϋπολογισμός για την άμυνα θα ενισχυθεί κατά 42%. Το Ταλίν δεσμεύθηκε επίσης να παράσχει στρατιωτική βοήθεια άνω των 117 εκατ. δολαρίων στην Ουκρανία μέσα στο 2026.
Η Εθνική Ελεγκτική Υπηρεσία έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει για τον κίνδυνο κακοδιαχείρισης κρατικών κονδυλίων κατά την περίοδο της ραγδαίας αύξησης των αμυντικών δαπανών. Η έκθεση του Αυγούστου είναι η τελευταία μιας σειράς αρνητικών ελέγχων για τις δαπάνες του υπουργείου Άμυνας.
«Υπάρχει κίνδυνος ένα κόστος περίπου 70 εκατ. ευρώ να χρειαστεί να καλυφθεί από τον κρατικό προϋπολογισμό της Εσθονίας, εις βάρος άλλων προγραμματισμένων δαπανών», ανέφερε η Ελεγκτική Υπηρεσία.
Ο πρωθυπουργός της Εσθονίας, Κρίστεν Μίχαλ, συγκάλεσε συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου για τις 3 Σεπτεμβρίου, προκειμένου να συζητηθούν η παραίτηση του Πέβκουρ και τα ευρήματα των ελέγχων.
Η εισαγγελία της χώρας έχει επίσης αρχίσει ποινική έρευνα για ζητήματα που περιλαμβάνονται στις εκθέσεις των ετών 2025 και 2026.
Πηγή
















