Για την ενεργειακή κρίση, τον πληθωρισμό και τα μέτρα που έχουν εξαγγελθεί από την κυβέρνηση για την αντιμετώπισή τους μίλησε μεταξύ άλλων ο Καθηγητής Οικονομικών Επιστημών στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Διονύσης Χιόνης στον Realfm 97,8 και την εκπομπή του Νίκου Χατζηνικολάου.
Όπως είπε ο κ. Χιόνης αναφερόμενος στο πετρέλαιο θέρμανσης, «και τα 1,75 ευρώ που λέει ο Πρωθυπουργός είναι ήδη 55% παραπάνω από τις τιμές του 2025» και πρόσθεσε:
«Η ενεργειακή κρίση ήρθε για να μείνει, όπως και ο πληθωρισμός. Δεν είμαι σίγουρος ότι ακόμα έχουμε πειστεί, τουλάχιστον στο οικονομικό επιτελείο, ότι ο πληθωρισμός ήταν ένα μόνιμο φαινόμενο και όχι παροδικό. Σκεφτείτε ότι ακόμα στην ιστοσελίδα του το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών αναφέρει για μέσο πληθωρισμό το 2026 στην Ελλάδα 2,2%- 2,3%, όταν το πρώτο εξάμηνο είναι ήδη 4%. Άρα πρέπει να δούμε πώς μπορούμε να διαχειριστούμε ένα πρόβλημα, το οποίο φαίνεται να έχει έκταση, να είναι μεγάλο και έχει μη απρόβλεπτες εξελίξεις. Δεν ξέρουμε πόσο θα είναι το πετρέλαιο τον επόμενο μήνα και τι θα γίνει και με τα επιτόκια πρώτα απ’ όλα».
Στην ερώτηση για το εάν οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η νέα έκρηξη τιμών μπορεί να οδηγήσει σε ντόμινο αυξήσεων, ο κ. Χιόνης απάντησε:
«Αναμφισβήτητα θα οδηγήσει σε μεγάλο βαθμό γιατί έχουμε μπει σε ένα σπιράλ πληθωριστικών προσδοκιών και αύξησης του πληθωρισμού. Όλοι πιστεύουν ότι οι τιμές την επόμενη εβδομάδα, τον επόμενο μήνα, τον επόμενο χρόνο θα είναι υψηλότερες από ό, τι είναι σήμερα. Άρα ενσωματώνουν τις πληθωριστικές προσδοκίες πέρα και έξω από τους αντικειμενικούς λόγους που έχουν να κάνουν με το κόστος. Και φαίνεται ότι το θέμα των επιδομάτων και της επιδοματικής πολιτικής δεν μπορεί να διαχειριστεί το πρόβλημα. Άρα πρέπει να πάμε σε μια μείωση ουσιαστική του ΕΦΚ και του ΦΠΑ. Και το επόμενο ερώτημα είναι αν έχουμε τον δημοσιονομικό χώρο του 1,5 δισ. ευρώ που εκτιμώ ότι θα χρειαστεί για να υλοποιήσουμε αυτά τα μέτρα ή τον έχουμε εξαντλήσει με τις εξαγγελίες του Πρωθυπουργού πριν από μερικές εβδομάδες. Τα μέτρα αυτά αντιμετωπίζουν την εικόνα της στιγμής. Αν αύριο το επιτόκιο πάει 5,5% και ο πληθωρισμός εκτιναχθεί στο 6,5%-7,5%, υπάρχει ο κατάλληλος δημοσιονομικός χώρος; Και ο πολυετής δημοσιονομικός προγραμματισμός που μας δεσμεύει για ένα μεγάλο περιθώριο δημοσιονομικού πλεονάσματος μας δίνει αυτή τη δυνατότητα; Αυτά τα ερωτήματα πρέπει να απαντηθούν άμεσα για να σχεδιάσουμε τα μέτρα πολιτικής και να δούμε και τους βαθμούς ελευθερίας προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τον πληθωρισμό».
Ο Καθηγητής Οικονομικών υποστήριξε ότι «ο ΕΦΚ συμμετέχει με 4,5 δισ. ευρώ ετησίως στον προϋπολογισμό. Αν μηδενιστεί, είμαστε μείον 4,5 δισ. Μιλάμε μόνο για τα καύσιμα. Εγώ δεν νομίζω ότι θα δώσει την άδεια η Ε.Ε. να μηδενίσουμε τον ΕΦΚ. Θεωρώ ότι είναι πολύ μεγάλο το ποσό. Θα συναινέσει σε ένα μικρότερο ποσό, ίσως και για ένα μικρό διάστημα. Και είναι επίσης 2 δισ. η συμμετοχή του ΦΠΑ από τα καύσιμα στον προϋπολογισμό. Και τα δύο μαζί είναι ένα μεγάλο ποσό, 6,5- 7 δισ. ευρώ στον προϋπολογισμό».
Για τη μείωση ΦΠΑ και έμμεσων φόρων
«Αν ελέγχουμε την αλυσίδα και μειωθεί και ο ΦΠΑ, θα φτάσει η μείωση στον καταναλωτή. Είναι πολύ λογικό στην περίπτωση που δεν ελέγχουμε χονδρεμπόριο, λιανεμπόριο και τρόπους διάθεσης του προϊόντος και παραμένουν οι μονοπωλιακές αγορές, να μην περάσει» είπε ο κ. Χιόνης και συνέχισε:
«Δεν ισχύει ότι δεν πέτυχε η μείωση σε άλλες χώρες. Πέτυχε και παραπέτυχε και στην Ισπανία και την Ιταλία. Απλώς στην Ιταλία, το λιανεμπόριο, η λιανική και οι μεγάλες αλυσίδες ελέγχουν το 45% της αγοράς και στην Ελλάδα το 78%. Υπάρχει πολύ μεγάλη διαφορά. Έξι εταιρείες αυτή τη στιγμή ελέγχουν περίπου το 80% των σούπερ μάρκετ, ειδών διατροφής, τροφίμων. Το αντίστοιχο ποσοστό στην Ιταλία είναι στο 48%. Έτσι δεν μπορεί να φτάσει στον καταναλωτή».
Για τον λιγνίτη
«Στη Γερμανία συνεχίζει να αποτελεί λύση ο λιγνίτης. Νομίζω ότι βιαστήκαμε και σηκώσαμε πολύ ψηλά τον πήχη της περιβαλλοντικής συμμετοχής με τους κανόνες της Ε.Ε. Ελπίζω να μην το μετανιώσουμε. Νομίζω τον είχαμε ανάγκη τον λιγνίτη γιατί είναι ένας σταθεροποιητικός παράγοντας του δικτύου και πάρα πολύ φθηνός. Η περιβαλλοντική επιβάρυνση θα μπορούσε να μειωθεί αν σκεφτούμε ότι δίπλα μας, στα Σκόπια και τη Βουλγαρία υπάρχουν τεράστιες λιγνιτικές μονάδες οι οποίες εκπέμπουν και είναι στα σύνορα με την Ελλάδα. Δηλ. αυτό το περιβαλλοντικό κόστος δεν περνάει στη Μακεδονία και τη Θράκη; Θα περάσει μόνο η επιβάρυνση της Φλώρινας και της Κοζάνης; Θα μπορούσαμε να είμαστε λίγο πιο ελαστικοί εκεί.
Ακούστε το ηχητικό:
enikonomia.gr
















