Σκληρή κριτική στην κυβέρνηση για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, με αιχμή τις υψηλές τιμές των καυσίμων, άσκησε η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛΑΣ, Θεώνη Κουφονικολάκου, κατά την παρέμβασή της στην εκπομπή «Σήμερα» του ΣΚΑΪ, το πρωί της Τρίτης (22.9.26).

Με αφορμή το βίντεο που δημοσιοποίησε ο πρόεδρος της ΕΛΑΣ, Αλέξης Τσίπρας, η Θεώνη Κουφονικολάκου υποστήριξε ότι η κυβέρνηση διαθέτει συγκεκριμένα εργαλεία για τη συγκράτηση των τιμών, αλλά επιλέγει να μην τα αξιοποιήσει.

Όπως ανέφερε, μεταξύ των διαθέσιμων παρεμβάσεων περιλαμβάνονται η επιβολή πλαφόν στο ανώτατο περιθώριο κέρδους και στα διυλιστήρια και όχι μόνο στα πρατήρια, η έκτακτη φορολόγηση των υπερκερδών των διυλιστηρίων, η μείωση κατά 50% του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, εντός των ορίων που προβλέπει η Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και η μείωση του ΦΠΑ στα καύσιμα στο 13%, κατά το παράδειγμα της Ισπανίας.

«Η κυβέρνηση μπορεί να επιλέξει ποιο μέτρο θα λάβει για την αντιμετώπιση της ακρίβειας στα καύσιμα, αλλά δεν το πράττει», τόνισε.

«Δεν αρκεί το επιχείρημα της εισαγόμενης ακρίβειας»

Η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛΑΣ αμφισβήτησε το κυβερνητικό επιχείρημα περί αποκλειστικά εισαγόμενης ακρίβειας, επισημαίνοντας ότι αρκετές ευρωπαϊκές χώρες καταγράφουν χαμηλότερες τιμές τόσο στην αμόλυβδη βενζίνη όσο και στο πετρέλαιο, παρότι επηρεάζονται επίσης από τη διεθνή κρίση και την ένταση στη Μέση Ανατολή.

Αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην Πορτογαλία, την Ιταλία, το Βέλγιο, την Αυστρία, την Ιρλανδία, την Ισπανία, την Πολωνία, την Κροατία, την Κύπρο, τη Βουλγαρία και τη Σουηδία.

Παράλληλα, επικαλέστηκε παραδείγματα κρατικών παρεμβάσεων σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Όπως είπε, η Ουγγαρία μείωσε τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στην αμόλυβδη, στο ντίζελ και στο πετρέλαιο θέρμανσης, ενώ ανάλογες αποφάσεις έλαβαν η Ιταλία, η Κύπρος και η Ιρλανδία. Η Κροατία, σύμφωνα με την ίδια, συνδύασε τη φορολογική ελάφρυνση με πλαφόν στη λιανική τιμή, ενώ η Πολωνία επέλεξε χαμηλότερο συντελεστή ΦΠΑ.

Αιχμές για αγοραστική δύναμη και κοινωνικούς δείκτες

Η Θεώνη Κουφονικολάκου διεύρυνε την κριτική της στη συνολική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, υποστηρίζοντας ότι η χώρα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρωζώνης ως προς την αγοραστική δύναμη.

«Δεν έχουμε μόνο μία εικόνα κρίσης», σημείωσε, κάνοντας αναφορά στην ενεργειακή φτώχεια, στη στεγαστική επιβάρυνση, στον κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, στις μη εξυπηρετούμενες ανάγκες υγείας, στο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα και στην εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς.

Επικαλούμενη στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat, ανέφερε ότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, εκφρασμένο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, διαμορφώνεται στην Ελλάδα στις 68 μονάδες, έναντι 81,1 στην Πορτογαλία και 67,9 στη Βουλγαρία. Πρόσθεσε ότι ο ετήσιος μισθός πλήρους απασχόλησης ανέρχεται περίπου στις 18.000 ευρώ στην Ελλάδα, έναντι 25.000 ευρώ στην Πορτογαλία και περίπου 16.000 ευρώ στη Βουλγαρία.

Η απάντηση για την περίοδο 2015 – 2019

Απαντώντας στην κριτική για την κυβερνητική περίοδο 2015 – 2019, η Θεώνη Κουφονικολάκου υποστήριξε ότι, με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και τη χρήση μέσου αποπληθωριστή, τα οκτώ από τα δέκα εισοδηματικά στρώματα ενισχύθηκαν εκείνη την τετραετία.

Επικαλέστηκε επίσης ευρήματα δημοσκοπήσεων, σύμφωνα με τα οποία οι πολίτες αξιολογούν ευνοϊκότερα εκείνη την περίοδο ως προς το κόστος ζωής. Αντιθέτως, υποστήριξε ότι από το 2019 και μετά, παρά την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια, καταγράφεται επιδείνωση στους δείκτες φτώχειας, κοινωνικού αποκλεισμού και ακρίβειας.

Καταλήγοντας, κάλεσε την κυβέρνηση να προχωρήσει άμεσα σε ουσιαστικές παρεμβάσεις, σημειώνοντας ότι η παρατεταμένη κρίση απαιτεί πολιτικές αποφάσεις και όχι επίκληση των διεθνών συνθηκών.


Πηγή