Η Ελλάδα βρέθηκε τότε στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας του κόμματος. Για την AfD, η ευρωπαϊκή πολιτική διάσωσης μετακύλιε το κόστος στους Γερμανούς φορολογούμενους και δημιουργούσε ένα ευρωπαϊκό σύστημα στο οποίο η Γερμανία καλούνταν να πληρώνει για τα προβλήματα άλλων χωρών.

Εκείνη την εποχή η AfD χαρακτηρίστηκε συχνά ως το «κόμμα των καθηγητών». Δεν ήταν ακόμη ένα κλασικό εθνικιστικό κόμμα. Η πολιτική της ταυτότητα ήταν κυρίως ευρωσκεπτικιστική και οικονομική. Στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2013 έφτασε κοντά στην είσοδο στη Bundestag, αλλά έμεινε κάτω από το όριο του 5%. Έναν χρόνο αργότερα, το 2014, ωστόσο, κατάφερε να εκλέξει ευρωβουλευτές.

Το 2015 αποτελεί το κομβικό σημείο στην ιστορία της AfD. Το μεταναστευτικό και η απόφαση της κυβέρνησης της Άνγκελα Μέρκελ να δεχθεί μεγάλο αριθμό προσφύγων και μεταναστών άλλαξαν ριζικά τη γερμανική πολιτική ατζέντα. Και άλλαξαν και την AfD.

Στο εσωτερικό του κόμματος επικράτησε σταδιακά η εθνικιστική πτέρυγα. Το μεταναστευτικό, το Ισλάμ, η εθνική ταυτότητα και η ασφάλεια αντικατέστησαν την κρίση του ευρώ ως κεντρικά θέματα της πολιτικής της. Ο ιδρυτής της, Bernd Lucke, έχασε τη μάχη για τον προσανατολισμό του κόμματος και αποχώρησε.

Το κόμμα δεν ήταν πλέον το ίδιο. Από ένα κόμμα οικονομολόγων που αμφισβητούσε το ευρώ μετατρεπόταν σε ένα αντιμεταναστευτικό, εθνικιστικό και λαϊκιστικό κόμμα της ριζοσπαστικής δεξιάς.

Στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2017 η AfD κατέγραψε 12,6% και μπήκε για πρώτη φορά στη Bundestag. Ήταν ένα ιστορικό αποτέλεσμα.

Για πρώτη φορά στη μεταπολεμική Γερμανία ένα κόμμα της άκρας δεξιάς απέκτησε τόσο ισχυρή παρουσία στο ομοσπονδιακό κοινοβούλιο. Η επιτυχία, όμως, συνοδεύτηκε από νέες εσωτερικές συγκρούσεις.

Στελέχη που θεωρούνταν πιο μετριοπαθή αποχώρησαν σταδιακά, ενώ ενισχύθηκαν οι πιο ριζοσπαστικές τάσεις. Ανάμεσα στα πρόσωπα που συνδέθηκαν με αυτή την εξέλιξη ήταν ο Μπιερν Χέκε, ηγετική φυσιογνωμία της AfD στη Θουριγγία.

Η λεγόμενη Der Flügel – «Η Πτέρυγα», που συνδέθηκε με τον Χέκε, αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα της εθνικιστικής και εξτρεμιστικής πτέρυγας του κόμματος.

Έτσι, η AfD άρχισε να αντιμετωπίζεται όχι μόνο ως ένα λαϊκιστικό κόμμα της δεξιάς αλλά και ως πιθανή απειλή για τη φιλελεύθερη δημοκρατική τάξη της χώρας.

Τι θέλει σήμερα η AfD

Η σύγχρονη AfD έχει ως βασικό πολιτικό της άξονα το μεταναστευτικό.

Ζητά αυστηρότερο έλεγχο των συνόρων, σημαντικό περιορισμό της μετανάστευσης και αυστηρότερη πολιτική ασύλου. Στην πολιτική της ρητορική έχει αποκτήσει κεντρική θέση ο όρος «Remigration», ο οποίος χρησιμοποιείται από την AfD στο πλαίσιο των προτάσεών της για επιστροφή ή απέλαση μεταναστών που δεν έχουν δικαίωμα παραμονής, αλλά έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις λόγω της χρήσης του από την ευρύτερη γερμανική ακροδεξιά.

Στο ζήτημα της Ευρώπης, η AfD παραμένει βαθιά ευρωσκεπτικιστική. Το κόμμα υποστηρίζει την επιστροφή περισσότερων αρμοδιοτήτων στα εθνικά κράτη και έχει φτάσει να τάσσεται υπέρ της πιθανότητας αποχώρησης της Γερμανίας από την ΕΕ, (Dexit), εάν δεν υπάρξει ριζική αλλαγή της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής.

Στην εξωτερική πολιτική ακολουθεί επίσης μια ιδιαίτερη γραμμή.

Η AfD αντιτίθεται στη στρατιωτική και οικονομική στήριξη της Ουκρανίας, έχει ταχθεί κατά των κυρώσεων στη Ρωσία και υποστηρίζει την αποκατάσταση των σχέσεων με τη Μόσχα.

Στην ενεργειακή πολιτική απορρίπτει μεγάλο μέρος της πράσινης μετάβασης της Γερμανίας, τάσσεται υπέρ της χρήσης ορυκτών καυσίμων και της πυρηνικής ενέργειας και αμφισβητεί πλευρές της κυρίαρχης πολιτικής για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Στα κοινωνικά ζητήματα, προβάλλει την παραδοσιακή οικογένεια, αντιτίθεται σε αρκετές πολιτικές που αφορούν τα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας και ασκεί έντονη κριτική στα δημόσια μέσα ενημέρωσης, ζητώντας τον περιορισμό ή την κατάργηση της κρατικής τους χρηματοδότησης.

Οι επικριτές της AfD υποστηρίζουν ότι η πολιτική της ατζέντα κινείται στα άκρα του γερμανικού πολιτικού φάσματος. Η γερμανική υπηρεσία εσωτερικής ασφάλειας έχει χαρακτηρίσει το κόμμα «εξτρεμιστικό», χαρακτηρισμό που η AfD απορρίπτει ως πολιτικά υποκινούμενο.

Η AfD διοικείται σε εθνικό επίπεδο από δύο συμπροέδρους, οι οποίοι επανεκλέχθηκαν πρόσφατα στο συνέδριο του κόμματος τον Ιούλιο του 2026: την Άλις Βάιντελ, που είναι και επικεφαλής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, και τον Τίνο Χρουπάλα, συμπρόεδρο, που ανέλαβε τη συν-αρχηγία του AfD τον Νοέμβριο του 2019, διαδεχόμενος τον Αλεξάντερ Γκάουλαντ. Έκτοτε έχει επανεκλεγεί επανειλημμένα στην ηγεσία του κόμματος.

Η Άλις Βάιντελ και οι αντιφάσεις της AfD

Ίσως κανένα πρόσωπο δεν συμβολίζει καλύτερα τις αντιφάσεις της σύγχρονης AfD από την Άλις Βάιντελ.

Οικονομολόγος με επαγγελματική εμπειρία στον χρηματοπιστωτικό τομέα, με πέρασμα από την Goldman Sachs και εμπειρία ζωής στην Κίνα, η Βάιντελ δεν ταιριάζει εύκολα στο στερεότυπο του κλασικού ακροδεξιού πολιτικού.

Είναι ταυτόχρονα ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα ενός κόμματος που καταγγέλλει το «σύστημα». Και η προσωπική της ζωή δημιουργεί μια ακόμη μεγαλύτερη αντίφαση.


Πηγή