Τα dating apps δημιουργήθηκαν για να ενισχύσουν τη σύνδεση μεταξύ μας και να εκσυγχρονίσουν τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούνται οι ρομαντικές σχέσεις. Οι γεωγραφικές αποστάσεις εκμηδενίστηκαν, οι κοινωνικοί κύκλοι διευρύνθηκαν και εκατομμύρια άνθρωποι απέκτησαν πρόσβαση σε δυνητικούς συντρόφους που πιθανότατα δεν θα συναντούσαν ποτέ. Για πολλούς, οι πλατφόρμες αυτές έχουν πράγματι οδηγήσει σε συντροφικότητα και στη δημιουργία μιας ουσιαστικής σχέσης.
Ωστόσο, ένα σοβαρό ψυχολογικό ερώτημα έχει κάνει την εμφάνισή του: μήπως οι εφαρμογές γνωριμιών δεν αλλάζουν μόνο τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι συναντιόμαστε, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας, αξιολογούμε τους άλλους και βιώνουμε την οικειότητα;
Σύγχρονες έρευνες αποκαλύπτουν ότι η χρήση των dating apps σχετίζεται με μοναξιά, δυσαρέσκεια για την εικόνα του σώματος, άγχος, συναισθηματική εξάντληση, καταθλιπτικά συμπτώματα και χαμηλότερη ψυχολογική ευεξία. Αν και τα ευρήματα δείχνουν κυρίως μια συσχέτιση και όχι μια ξεκάθαρη αιτιώδη σχέση, η σταθερότητα των αποτελεσμάτων έχει οδηγήσει τους ερευνητές να εξετάζουν όλο και περισσότερο το κατά πόσο η ίδια η δομή των εφαρμογών μπορεί να ενισχύει προϋπάρχουσες ανασφάλειες, την κοινωνική σύγκριση, την ευαισθησία στην απόρριψη και μια τάση να αξιολογούμε τον εαυτό μας με βάση την εμφάνιση και την αποδοχή των άλλων.
Η επιταχυνόμενη «αγορά» της οπτικής αξιολόγησης
Το ζήτημα δεν είναι απλώς η απόρριψη. Η ρομαντική απόρριψη υπήρχε πάντα. Η βαθύτερη ανησυχία είναι ότι ορισμένα περιβάλλοντα των εφαρμογών γνωριμιών ενδέχεται να μετατρέπουν την ανθρώπινη αλληλεπίδραση σε μια εξαιρετικά επιταχυνόμενη «αγορά» οπτικής αξιολόγησης, σύγκρισης και αναλώσιμων επιλογών.
Στην offline ζωή, η ερωτική έλξη συχνά αναπτύσσεται σταδιακά και είναι πολυδιάστατη. Οι άνθρωποι έλκουμε ο ένας τον άλλον μέσα από τη ζεστασιά, το χιούμορ, τη συναισθηματική ασφάλεια, την ευαλωτότητα, την ευφυΐα, την οικειότητα και τις κοινές εμπειρίες με την πάροδο του χρόνου. Κάποιος που αρχικά φαίνεται «μη συμβατός» μπορεί να γίνει ιδιαίτερα ελκυστικός μέσα από τη συζήτηση, την καλοσύνη, την αυτοπεποίθηση ή τη συναισθηματική συμβατότητα. Στα dating apps, αυτή η πολυπλοκότητα συμπυκνώνεται σε απλά ψηφιακά σήματα: φωτογραφίες, ηλικία, ύψος, επάγγελμα, τοποθεσία και σύντομα βιογραφικά.

Αυτό το περιβάλλον ενθαρρύνει τους χρήστες να κάνουν ταχύτατες κρίσεις μέσα σε δευτερόλεπτα. Οι έρευνες δείχνουν ότι πολλοί χρήστες πλέον διαμορφώνουν στρατηγικά τα προφίλ τους ώστε να μεγιστοποιήσουν την «αλγοριθμική ελκυστικότητα» και την κοινωνική προσοχή, μέσω επιλεκτικής παρουσίασης του εαυτού, φιλτραρισμένων εικόνων και τεχνικών διαχείρισης εντυπώσεων.
Με την πάροδο του χρόνου, ίσως αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας λιγότερο ως πολυδιάστατες προσωπικότητες και περισσότερο ως «προφίλ» που ανταγωνίζονται για λίγη προσοχή. Αυτή η διαδικασία έχει ψυχολογική σημασία, καθώς η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε περιβάλλοντα αξιολόγησης που βασίζονται στην εμφάνιση μπορεί σταδιακά να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι χρήστες αντιλαμβάνονται την αυτοεκτίμηση και την ανθρώπινη αξία.
Τα matches, τα likes, οι απαντήσεις και η αλληλεπίδραση γίνονται κοινωνικοί δείκτες ελκυστικότητας. Η ίδια η ορατότητα μετατρέπεται σε μορφή επιβεβαίωσης. Ορισμένοι χρήστες αναφέρουν ότι αλλάζουν επανειλημμένα φωτογραφίες, ξαναγράφουν βιογραφικά, αποκρύπτουν στοιχεία που θεωρούν ατέλειες ή παρακολουθούν με άγχος τα ποσοστά ανταπόκρισης, προσπαθώντας να παραμείνουν «ανταγωνιστικοί» μέσα στο περιβάλλον της πλατφόρμας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η απόρριψη μπορεί να μην βιώνεται πλέον ως κάτι προσωρινό ή συγκυριακό. Αντίθετα, μπορεί να εσωτερικεύεται ως ένδειξη προσωπικής ανεπάρκειας.
Ένα ακόμη σημαντικό ψυχολογικό ζήτημα αφορά τη λογική της «αφθονίας». Οι χρήστες εκτίθενται συνεχώς στην πιθανότητα ότι κάποιος ελαφρώς πιο ελκυστικός, ενδιαφέρων, έξυπνος ή συμβατός μπορεί να βρίσκεται πάντα ένα swipe μακριά. Αν και αυτή η αφθονία αρχικά φαίνεται κάτι καλό, πρόσφατα δεδομένα δείχνουν ότι μπορεί τελικά να μειώνει την ικανοποίηση αντί να την αυξάνει. Η συναισθηματική επένδυση εξασθενεί όταν οι εναλλακτικές παραμένουν διαρκώς ορατές. Οι χρήστες μπορεί να αποσυνδέονται από δυνητικά ουσιαστικές συζητήσεις απλά και μόνο επειδή ένα άλλο προφίλ φαίνεται στιγμιαία πιο ενδιαφέρον.
Αυτό συμβάλλει σε μια κατάσταση που οι ερευνητές περιγράφουν ως «swiping fatigue» ή «dating burnout», συναισθηματική δηλαδή εξάντληση.

Επιβεβαίωση vs. οικειότητας στα ψηφιακά ραντεβού
Η επιβεβαίωση δεν ταυτίζεται με την οικειότητα, λένε οι ειδικοί. Ένα άτομο μπορεί να λάβει δεκάδες ή και εκατοντάδες matches και παρόλα αυτά να νιώθει βαθιά μοναξιά, επειδή απουσιάζει το συναισθηματικό βάθος, η εμπιστοσύνη, η συνέπεια, η ευαλωτότητα και η ουσιαστική επένδυση στη σχέση.
Ένα ακόμη ζήτημα αφορά την κανονικοποίηση της «αναλώσιμης» λογικής στις σχέσεις. Στα παραδοσιακά κοινωνικά περιβάλλοντα, η απότομη διακοπή επικοινωνίας (ghosting), η ξαφνική απομάκρυνση ή η ασαφής συμπεριφορά, έχουν κοινωνικό κόστος. Οι εφαρμογές γνωριμιών μειώνουν σημαντικά αυτές τις κοινωνικές «τριβές». Οι χρήστες μπορούν να εξαφανιστούν άμεσα, να αποσυνδεθούν γρήγορα ή να προχωρήσουν σε νέες επαφές με ελάχιστη λογοδοσία.
Με τον χρόνο, αυτό μπορεί να καλλιεργήσει σχεσιακές συμπεριφορές με λιγότερη ενσυναίσθηση και υπομονή. Μικρές ατέλειες που σε δια ζώσης επαφές θα ήταν ανεκτές —όπως αμηχανία στο χιούμορ, νευρικότητα, καθυστερημένες απαντήσεις, κοινωνικό άγχος ή ήπιες ασυμβατότητες— μπορεί να οδηγούν σε άμεση απόρριψη, καθώς οι εναλλακτικές επιλογές φαίνονται ατελείωτες.
Αυτό το περιβάλλον μπορεί επίσης να ενισχύει μη ρεαλιστικές προσδοκίες γύρω από την έλξη και τη συναισθηματική αμεσότητα. Ορισμένοι χρήστες αναμένουν άμεση «χημεία», συνεχή διέγερση και άψογη επικοινωνία από τα πρώτα στάδια της επαφής. Ωστόσο, οι ουσιαστικές σχέσεις συνήθως αναπτύσσονται σταδιακά.
Dating apps: Πίσω από κάθε swipe υπάρχει πάντα ένας πραγματικός άνθρωπος
Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι οι εφαρμογές γνωριμιών είναι εγγενώς επιβλαβείς ή ότι πρέπει να απορριφθούν συνολικά. Για πολλούς ανθρώπους, προσφέρουν πολύτιμες ευκαιρίες σύνδεσης που διαφορετικά θα ήταν δύσκολο να υπάρξουν.
Ωστόσο, χρειάζεται προσοχή.

Η «σχεσιακή λογική» που περιλαμβάνει ταχύτητα αντί για βάθος, ποσότητα αντί για ποιότητα, διέγερση αντί για ευαλωτότητα και ορατότητα αντί για συναισθηματική παρουσία, δεν πρέπει να γίνει ο κανόνας. Οι άνθρωποι δεν είμαστε αναλώσιμοι. Δεν γίνεται η «αξιολόγησή» μας να γίνεται τόσο γρήγορα και τόσο επιφανειακά. Το ζητούμενο ίσως τελικά είναι να μην χάσουμε την ικανότητα να βλέπουμε πίσω από τα προφίλ, τον άνθρωπο…
Πηγή
















