amyntiki biomixania 1.jpg
amyntiki biomixania 1.jpg

Σε σημαντικό πυλώνα οικονομικής ανάπτυξης αναδεικνύεται ολοένα και περισσότερο η αμυντική βιομηχανία. Σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων γεωπολιτικών εντάσεων και ανακατατάξεων στην παγκόσμια ισορροπία ισχύος, ο κλάδος της άμυνας φαίνεται να αποκτά νέα δυναμική, η οποία δεν αφορά μόνο τα κράτη και τις ένοπλες δυνάμεις, αλλά και την ίδια την οικονομία.

Η Ευρώπη φαίνεται πλέον να έχει λάβει μια στρατηγική απόφαση: Να διαδραματίσει πιο ενεργό και επιχειρησιακό ρόλο στον παγκόσμιο αμυντικό χάρτη. Η αλλαγή αυτή δεν είναι θεωρητική. Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι αμυντικές δαπάνες των κρατών-μελών αυξάνονται σταθερά, φτάνοντας περίπου τα 381 δισ. ευρώ το 2025, με σημαντική αύξηση σε σχέση με το 2020 και με στόχο περαιτέρω ενίσχυση τα επόμενα χρόνια.

Η τάση αυτή συνδέεται με μια ευρύτερη ευρωπαϊκή στρατηγική «επανεξοπλισμού». Σχέδια, όπως το πρόγραμμα ReArm Europe, στοχεύουν να κινητοποιήσουν έως και 800 δισ. ευρώ για επενδύσεις στην άμυνα μέχρι το τέλος της δεκαετίας, μετατρέποντας την αμυντική πολιτική σε βασικό άξονα της οικονομικής και βιομηχανικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η αμυντική βιομηχανία αρχίζει να αντιμετωπίζεται όχι μόνο ως στρατηγικός τομέας, αλλά και ως αναπτυξιακό εργαλείο.

Η αύξηση των αμυντικών δαπανών έχει άμεση επίδραση και στην οικονομία. Σύμφωνα με αναλύσεις, μια σημαντική ενίσχυση των ευρωπαϊκών αμυντικών προϋπολογισμών θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση του ευρωπαϊκού ΑΕΠ έως και κατά 0,9%-1,5%, καθώς οι δημόσιες επενδύσεις μετατρέπονται σε παραγωγή, έρευνα, τεχνολογική ανάπτυξη και θέσεις εργασίας.

Τα αμυντικά προγράμματα

Παράλληλα, η αύξηση των αμυντικών προγραμμάτων δημιουργεί σημαντική ζήτηση για βιομηχανικά προϊόντα, τεχνολογικές εφαρμογές και εξειδικευμένες υπηρεσίες. Στην πράξη, μεγάλα αμυντικά προγράμματα ενεργοποιούν ολόκληρες αλυσίδες αξίας:

  •  βιομηχανία μετάλλων και υλικών,
  • ηλεκτρονικά και αισθητήρες,
  • λογισμικό και κυβερνοασφάλεια,
  • τεχνητή νοημοσύνη,
  • αεροναυπηγική και ναυπηγική τεχνολογία.

Η εμπειρία από μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες δείχνει ότι η αμυντική παραγωγή μπορεί να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής ανάπτυξης, ενεργοποιώντας βιομηχανικές επενδύσεις, έρευνα και νέες τεχνολογίες.

Δημόσιος και ιδιωτικός τομέας: ένα αναγκαίο «πάντρεμα»

Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά σε κρατικές εταιρείες ή σε καθαρά ιδιωτικές πρωτοβουλίες. Αντίθετα, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι τα πιο επιτυχημένα μοντέλα βασίζονται σε μια στρατηγική σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Το κράτος διαμορφώνει τη στρατηγική, καθορίζει τις επιχειρησιακές ανάγκες και παρέχει χρηματοδότηση για μεγάλα προγράμματα. Ο ιδιωτικός τομέας, από την άλλη πλευρά, φέρνει τεχνογνωσία, ευελιξία, καινοτομία και πρόσβαση σε διεθνείς αγορές.

Η συνεργασία αυτή εκτείνεται σε πολλαπλά επίπεδα:

  • συμπαραγωγές οπλικών συστημάτων,
  • συμμετοχή ιδιωτικών εταιρειών σε αμυντικά προγράμματα,
  • ερευνητικά προγράμματα μεταξύ βιομηχανίας και πανεπιστημίων,
  • χρηματοδοτικά εργαλεία για μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ήδη, σε ευρωπαϊκό επίπεδο παρατηρείται μια αυξανόμενη κινητοποίηση κεφαλαίων προς την αμυντική τεχνολογία. Ενδεικτικά, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων έχει ξεκινήσει χρηματοδοτικά προγράμματα για την ενίσχυση μικρομεσαίων επιχειρήσεων στον κλάδο της άμυνας και της κυβερνοασφάλειας.

Η συμμετοχή τραπεζών, επενδυτικών κεφαλαίων και ιδιωτικών επιχειρήσεων στο οικοσύστημα της άμυνας, δείχνει ότι ο κλάδος παύει να θεωρείται αποκλειστικά κρατικός και εξελίσσεται σε νέο βιομηχανικό οικοσύστημα υψηλής τεχνολογίας.

Για την Ελλάδα, η συγκυρία αυτή δημιουργεί μια ιδιαίτερη ευκαιρία. Η χώρα διαθέτει ήδη σημαντική εμπειρία στον αμυντικό τομέα, ενώ διαχρονικά διατηρεί υψηλές αμυντικές δαπάνες σε σχέση με το ΑΕΠ της, λόγω της γεωπολιτικής της θέσης. Το 2024, για παράδειγμα, οι αμυντικές δαπάνες της Ελλάδας έφτασαν περίπου τα 7,1 δισ. ευρώ, αντιστοιχώντας σε περίπου 3,1% του ΑΕΠ, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο.

Ταυτόχρονα, η χώρα υλοποιεί ένα μακροπρόθεσμο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των Ενόπλων Δυνάμεων, το οποίο εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τα 25 δισ. ευρώ σε βάθος δωδεκαετίας, με στόχο να ενισχυθεί και η συμμετοχή της εγχώριας βιομηχανίας στα εξοπλιστικά προγράμματα.

Οι νέες βιομηχανικές δυνατότητες

Η ενεργότερη συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων στα προγράμματα αυτά θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες βιομηχανικές δυνατότητες σε τομείς όπως:

  • drones και μη επανδρωμένα συστήματα,
  • ηλεκτρονικά συστήματα άμυνας,
  • κυβερνοασφάλεια,
  • ναυπηγική τεχνολογία,
  • διαστημικές εφαρμογές.

Παράλληλα, το ευρωπαϊκό πλαίσιο συνεργασίας δίνει τη δυνατότητα σε ελληνικές εταιρείες να συμμετέχουν σε κοινά προγράμματα έρευνας και ανάπτυξης, ενισχύοντας τη διεθνή παρουσία τους.

Ένα «νέο Ταμείο Ανάκαμψης» για την οικονομία;

Σε αυτό το ευρύτερο γεωπολιτικό και οικονομικό περιβάλλον, ολοένα και περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι η αμυντική βιομηχανία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένας νέος μοχλός οικονομικής ανάπτυξης για την Ευρώπη. Η κλίμακα των επενδύσεων που σχεδιάζονται -εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ σε βάθος δεκαετίας- θυμίζει σε πολλούς την κινητοποίηση κεφαλαίων, που πραγματοποιήθηκε μετά την πανδημία μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης.

Υπό αυτή την έννοια, η αμυντική βιομηχανία ενδέχεται να εξελιχθεί σε ένα νέο «ευρωπαϊκό επενδυτικό κύμα», το οποίο θα χρηματοδοτήσει τεχνολογία, παραγωγή, υποδομές και καινοτομία.

Για χώρες όπως η Ελλάδα, η πρόκληση είναι διπλή: να διασφαλίσουν την επιχειρησιακή τους επάρκεια, αλλά ταυτόχρονα να αξιοποιήσουν την ευρωπαϊκή στροφή προς την άμυνα ως ευκαιρία για παραγωγική ανασυγκρότηση και τεχνολογική αναβάθμιση της οικονομίας.

Η επιτυχία αυτού του εγχειρήματος θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο θα καταστεί δυνατή μια ουσιαστική συνεργασία μεταξύ κράτους, βιομηχανίας, πανεπιστημίων και επενδυτικών φορέων.

Σε μια περίοδο όπου η ασφάλεια και η οικονομία διασταυρώνονται όλο και περισσότερο, το «πάντρεμα» δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στο χώρο της αμυντικής βιομηχανίας μπορεί να αποτελέσει όχι μόνο εργαλείο στρατηγικής αυτονομίας, αλλά και έναν από τους βασικούς πυλώνες ανάπτυξης της ευρωπαϊκής οικονομίας τα επόμενα χρόνια.


enikonomia.gr