Το δημόσιο χρέος της Ελλάδας αναμένεται να μειωθεί στο 136% του ΑΕΠ το 2026 από 146,6% που ήταν πέρυσι και προβλέπεται να αποκλιμακωθεί περαιτέρω ταχεία στο 128,7% το 2027 και στο 111,1% το 2031, όπως έδειξαν τα στοιχεία της έκθεσης του ΔΝΤ για την παγκόσμια οικονομία τα οποία παρουσιάστηκαν,στο πλαίσιο της ετήσιας συνόδου του που γίνεται στη Μπανγκόκ.
Η μείωση του χρέους της Ελλάδας αναμένεται να είναι ελαφρώς μεγαλύτερη το 2026 και το 2027 σε σχέση με τις προβλέψεις που έκανε τον Απρίλιο το ΔΝΤ (136,9% και 130,3%, αντίστοιχα).
Τα στοιχεία
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ταμείου, το χρέος της Ελλάδας θα είναι φέτος χαμηλότερο από της Ιταλίας (137,9% του ΑΕΠ) στην Ευρωζώνη, ενώ το 2031 θα είναι χαμηλότερο και από το χρέος της Γαλλίας (αναμένεται να αυξηθεί σταδιακά στο 123,6%) και του Βελγίου (122,1%).
Παράλληλα, το 2031 αναμένεται να είναι χαμηλότερο και από το συνολικό χρέος των ανεπτυγμένων οικονομιών, το οποίο προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 115,2% του ΑΕΠ, καθώς το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ ακολουθεί έντονα ανοδική πορεία με προοπτική να φτάσει το 145% και το χρέος της Ιαπωνίας θα εξακολουθήσει, αν και μειούμενο σταδιακά, να είναι το υψηλότερο μεταξύ των αναπτυγμένων χωρών (188,9%).
Η ταχεία πτώση του ελληνικού χρέους θα στηριχθεί από τα πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία αναμένεται να μειωθούν σταδιακά, αλλά να διατηρηθούν σε επίπεδα πάνω από 2%. Ειδικότερα, το πρωτογενές πλεόνασμα προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 3,4% φέτος έναντι 4,9% το 2025, για το 2027 στο 2,6% και για το 2031 στο 2,4%. Το συνολικό δημοσιονομικό ισοζύγιο, που περιλαμβάνει και τις δαπάνες για τόκους εξυπηρέτησης του χρέους αναμένεται να έχει πλεόνασμα 0,3% φέτος από πλεόνασμα 1,7% το 2025, ενώ το 2027 εκτιμάται πως θα έχει έλλειμμα 0,6% και το 2031 έλλειμμα περίπου 1%.
Τα δημόσια έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ προβλέπονται στο 50% φέτος, όσο περίπου ήταν και πέρυσι, ενώ το 2027 αναμένεται να μειωθούν στο 48,6% και το 2031 στο 48%. Οι δημόσιες δαπάνες αυξάνονται στο 49,7% φέτος από 48,3% πέρυσι, αλλά εκτιμάται πως θα μειωθούν στο 49,3% το 2027 και κοντά στο 49% το 2031.
Μέτρα για το υψηλό χρέος των ανεπτυγμένων χωρών
Στην έκθεση του για τις δημοσιονομικές προοπτικές (Fiscal Monitor Blog), το ΔΝΤ τονίζει ότι τo υψηλό χρέος μεγάλων ανεπτυγμένων χωρών, όπως των ΗΠΑ, είναι ο βασικός λόγος που αυξάνονται οι αποδόσεις των ομολόγων και καλεί τις χώρες αυτές να λάβουν επειγόντως μέτρα για να θέσουν το χρέος τους σε βιώσιμη τροχιά και να περιορίσουν τις επιπτώσεις του στον υπόλοιπο κόσμο.
Το Ταμείο σημειώνει ότι οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων έχουν αυξηθεί απότομα σε αρκετές μεγάλες ανεπτυγμένες οικονομίες. Μεταξύ Φεβρουαρίου και Σεπτεμβρίου, η μέση απόδοση των 10ετών κρατικών ομολόγων της G7 (των επτά μεγαλύτερων αναπτυγμένων οικονομιών) αυξήθηκε περισσότερο από 1 ποσοστιαία μονάδα, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδό εδώ και σχεδόν 2 δεκαετίες.
«Διάφοροι παράγοντες ωθούν τις αποδόσεις προς τα πάνω στις ανεπτυγμένες χώρες, μεταξύ των οποίων είναι η απότομη αύξηση της τιμής του πετρελαίου, ο επίμονος πληθωρισμός, η ισχυρότερη ζήτηση για επενδύσεις και οι υψηλότερες προσδοκίες για μελλοντική ανάπτυξη που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη. Ωστόσο, τα θεμελιώδη δημοσιονομικά μεγέθη είναι καθοριστικής σημασίας. Σε μεγάλες ανεπτυγμένες οικονομίες, το υψηλό χρέος, οι πιέσεις στις δαπάνες και η προοπτική μεγάλων εκδόσεων ομολόγων τα επόμενα χρόνια ασκούν ανοδική πίεση στις αποδόσεις που απαιτούν οι επενδυτές για να διακρατήσουν μακροπρόθεσμα ομόλογα», αναφέρει το ΔΝΤ.
Στις ΗΠΑ, οι δαπάνες για τόκους προβλέπεται να αυξηθούν από περίπου 2,8% του ΑΕΠ πριν από την πανδημία σε 5,7% το 2031, ένα ποσό που αντιστοιχεί στις προβλεπόμενες δαπάνες για την Κοινωνική Ασφάλιση.
«Οι υψηλότερες αποδόσεις των ομολόγων δίνουν στις χώρες μικρότερο περιθώριο για καθυστέρηση. Οι μεγάλες ανεπτυγμένες οικονομίες με υψηλό χρέος θα πρέπει να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα που να βασίζονται σε αξιόπιστα μεσοπρόθεσμα σχέδια και ρεαλιστικές παραδοχές.
Αυτό είναι αναγκαίο να γίνει προκειμένου το χρέος να γίνει βιώσιμο, να περιοριστούν τα κόστη δανεισμού και οι δευτερογενείς επιπτώσεις στον υπόλοιπο κόσμο. Η καθυστέρηση της προσαρμογής θα οδηγούσε σε αύξηση του επιτοκιακού βάρους και των δημοσιονομικών ευπαθειών, θα περιόριζε περαιτέρω τις επιλογές πολιτικής και, τελικά, θα απαιτούσε μια μεγαλύτερη προσαρμογή για τη σταθεροποίηση του χρέους. Όσο περισσότερο περιμένουν οι χώρες, τόσο πιο επώδυνη γίνεται η προσαρμογή», σημειώνει το ΔΝΤ.
enikonomia.gr
















