Ο Δημήτρης Σαμόλης έδωσε μία νέα συνέντευξη και μίλησε για τη διαδρομή του στον χώρο της τέχνης αλλά και την εξάρτησή του από το αλκοόλ.

Ο ηθοποιός, συγγραφέας, τραγουδοποιός και δημιουργός, που έγινε γνωστός στο κοινό μέσα από τη σειρά «Άγριες Μέλισσες» έδωσε συνέντευξη στο zappit.gr και τον Γιώργο Σκρομπόλα και μίλησε για την παράσταση «Στρακαστρούκες». Επίσης, ο Δημήτρης Σαμόλης αναφέρθηκε στο πώς άφησε τη Νομική για να ασχοληθεί με την τέχνη. 

«Ξεκίνησα να γράφω κάτι που δεν ήξερα αν θα είναι μονόλογος, δεν ήξερα και για τι ήθελα να μιλήσω. Τις πρώτες εβδομάδες έγραφα πράγματα που δεν είχαν καμία συνοχή. Όσο περνούσε ο καιρός, συνέβη κάτι πάρα πολύ παραμυθένιο. Άρχισε να σχηματίζεται μία έτσι υποτυπώδης αφηγηματική δομή. Και εγώ όσο έγραφα αυτό, υπήρχε ένα καθημερινό παιχνίδι του χαμένου θησαυρού, όπου πήγαινα σε όποια συζήτηση, άκουγα πράγματα που κολλούσαν σε αυτό που έγραφα. Οπότε, άρχισα να συλλέγω και άρχισαν να δημιουργούνται οι ήρωες, και χωρίς να το καταλάβω, μέσα σε τρεις μήνες δημιουργήθηκαν οι Στρακαστρούκες», αποκάλυψε αρχικά ο Δημήτρης Σαμόλης.

«Ως μικρός έχω υποστεί εκφοβισμό στο σχολείο, από τη γειτονιά μου, από παιδιά. Ήταν κάτι για το οποίο ντρεπόμουν πάρα πολύ να πω. Δεν μπορούσα να το πω στους δικούς μου. Δεν ήξερα τι να τους πω. Πίστευα ότι ίσως δεν υπήρχε η ασφάλεια να τους πω ότι μου συμβαίνει αυτό, σώστε με, ούτως ώστε να κάνουν κάτι. Οπότε, το κρατούσα και αναγκάστηκα να γίνω ένα πολύ σκληρό παιδί», αποκάλυψε σε άλλο σημείο της συνέντευξής του ο Δημήτρης Σαμόλης. 

«Ακραίες μορφές σωματικά δεν είχα. Αλλά έχω συνειδητοποιήσει ότι πολλές φορές το ψυχολογικό μπορεί να είναι πολύ πιο έντονο από το σωματικό. Δηλαδή, πολλές φορές σκέφτομαι ότι αν κάποιος, που δεν είμαι καθόλου της σωματικής βίας, σου δώσει ένα χαστούκι, μπορεί να είναι λιγότερο επώδυνο από το να σου ασκεί συνεχόμενη ψυχολογική βία, που είναι και αόρατη», πρόσθεσε.

Για τη σχέση του με τον πατέρα του, εξομολογήθηκε: «Υπάρχει μια δυσκολία σ’ αυτή τη σχέση. Υπάρχει αυτό που λέμε η γενιά των πατεράδων μας, τους κληροδοτήθηκε μία νοοτροπία. Δηλαδή, συνειδητοποιώ ότι δεν μπορείς να δώσεις κάτι που δεν σου έχει δοθεί. Οπότε, την τρυφερότητα που εγώ έψαχνα, και που κάθε παιδί ψάχνει, επειδή δεν την έχει πάρει, δεν την έχουνε λάβει οι μεγαλύτερες γενιές από τους δικούς τους πατεράδες, δεν μπορούσαν ούτε να τη δώσουνε. Πάνω εκεί συνέβησαν τα πράγματα, ότι εγώ ένιωθα λίγο μόνος μου σε όλο αυτό. Στο λέω λίγο πολύ γενικά, γιατί είναι μια κουβέντα που σίγουρα δεν θα την έκανα δημόσια στο κομμάτι της της ουσίας της. Θα σου πω, γιατί μπορώ να μιλήσω για τα καθολικά και τα γενικά, αλλά ξέρεις, είναι και ακριβά τα τραύματα αυτά που στη σκηνή καθαγιάζονται κάπως. Είναι πολύ ακριβά τα τραύματα αυτά. Ακριβά το λέω με την έννοια της του πολύτιμου. Είναι πολύτιμο, ξέρεις, είναι ένα τραύμα το οποίο θέλω να το προστατεύω κιόλας».

«Μπαίνοντας στη “Μελωδία της Ευτυχίας”, μου είπε ο πατέρας μου ότι αν δεν φέρεις αριστείο στο πρώτο τρίμηνο, κόβεσαι από όλα. Και ξεκίνησα να διαβάζω σαν τρελός για να μη με κόψουν από το θέατρο. Και επειδή είχα και μια τάση στα θεωρητικά, πέρασα στη νομική. Έλεγα: «Θέλω, θα μπω στη νομική για να διαχειρίζομαι τα συμβόλαιά μου ως καλλιτέχνης, να είμαι ένας άνθρωπος που να μην μπορούν να με κοροϊδέψουν, και όπερ και εγένετο, γιατί πλέον εγώ στα συμβόλαιά μου, πρώτα τα παίρνω εγώ και μετά τα δίνω στους δικηγόρους μου», είπε ακόμα.

Παράλληλα παραδέχτηκε ότι η νομική δεν ήταν ποτέ ο προορισμός του.

«Το ήξερα, το ήξερα έτσι κι αλλιώς. Το ήξερα πριν καν μπω. Ήξερα ότι θα είναι ένα μονοπάτι που θα το ακολουθήσω για λίγο. Δούλεψα τέσσερις μήνες για να βγάλω κάποια χρήματα. Αυτοί οι μήνες ήταν αίσχος, ό,τι χειρότερο έχω βιώσει στη ζωή μου, ό,τι χειρότερο. Αίσχος, αίσχος, αίσχος. Σας θαυμάζω πάρα πολύ τους δικηγόρους, σας θαυμάζω. Δεν είμαι εγώ αυτό το πράγμα, δηλαδή ήμουνα στην Ευελπίδων για να καταθέτω αγωγές, να παίρνω παράβολα και τα λοιπά, και έπαθα τις πρώτες κρίσεις πανικού εκεί πέρα. Θυμάμαι ότι είχα τα χαρτιά και ίδρωναν τα χέρια μου, μούσκευα τα χαρτιά, γιατί έλεγα: «Τι κάνω εγώ εδώ; Δεν το πιστεύω». Και στην Ευελπίδων ξεκίνησα να γράφω τα πρώτα μου τραγούδια, στο κινητό. Ενώ μου ‘ρχονταν μελωδίες και τα λοιπά, προσπαθούσα να ξεφύγω από όλο αυτό που ζούσα, και φαντασιωνόμουνα πράγματα», σημείωσε ο Δημήτρης Σαμόλης. 

Για το γεγονός ότι φέτος τραγούδησε και στο Pride, ανέφερε: «Το ήθελα πάρα πολύ καιρό να γίνει αυτό. Έχω ψάξει πολύ, ξέρεις, κάθε φορά που υπάρχει το Pride, υπάρχει αυτός αυτό το debate αν χρειάζονται τα Pride, για ποιο λόγο γίνονται. Αυτή τη στιγμή περίπου σε 60 χώρες διώκεται ποινικά η ομοφυλοφιλία και σε κάποιες από αυτές υπάρχει και η θανατική ποινή. Υπάρχουν πάρα πολλοί λόγοι που το Pride είναι, για μένα, απαραίτητο. Επίσης, είναι μια γιορτή αγάπης και ξέρεις, εγώ πάντα έχω στο μυαλό μου ότι αυτό το ουράνιο τόξο είναι μια γέφυρα που μας ενώνει, δεν μας χωρίζει, δηλαδή το Pride στην ουσία του θέλει να φέρει κοντά τους ανθρώπους, όχι να τους χωρίσει και θέλει απλά να κάνει ορατό αυτό που ήδη υπάρχει».

Για τα αρνητικά σχόλια στα social media τόνισε: «Δες το τελευταίο post, τι να σου πω, είναι, και ειδικά όλα τα posts που έκανα από το Pride, είναι πάρα πολύ αρνητικά. Ε θα σου πω ότι δεν απαντάω ποτέ σε κανένα σχόλιο, αλλά δεν σβήνω και κανένα σχόλιο. Ε και επειδή κάποια από αυτά είναι και πάρα πολύ ακραία, πολλές φορές σκέφτομαι ότι, εντός εισαγωγικών, η πιο σκληρή τιμωρία κάποιου που εκτοξεύει ένα τόσο σκληρό σχόλιο είναι να παραμείνει εκεί».

Τέλος για την εξάρτησή του από το αλκοόλ εξομολογήθηκε: «Ξεκίνησα να πίνω πολύ έντονα στην καραντίνα και αυτό λειτούργησε ύπουλα, με έναν πολύ υπόγειο τρόπο, επειδή το έκανα κοινωνικά, δεν έπινα ποτέ μόνος μου στο σπίτι, αλλά έφτασα να πίνω κάθε μέρα με το φαγητό, με φίλους. Και ένιωθα ότι πηγαίνω σε μια τροχιά που δεν ήταν καλό για μένα. Δηλαδή, είχα φτάσει σε σημείο να πίνω δύο μπουκάλια κρασί το βράδυ μόνος μου, σε ένα εστιατόριο. Αλλά επειδή συνέβαινε μαζί με φαγητό, μαζί με τους φίλους, οι άλλοι δεν μου δεν μου μετρούσαν τις μπουκιές, δεν ήξεραν και εγώ πόσο έπινα. Νομίζω το κλικ έγινε με ένα γεγονός. Λοιπόν, είναι πρωί και μιλάω με μια κολλητή μου φίλη. Και της λέω: “έμαθες”, της λέω, “θα είμαι σε αυτή τη δουλειά;”. Μου λέει: “Καλά, χαζός είσαι; Δεν μου το ‘πες χθες;”. “Πότε καλέ, αφού χθες το έμαθα;”. “Χθες το βράδυ”, μου λέει, “δεν μιλούσαμε;”. Της λέω: “Εγώ μιλούσα μαζί σου χθες το βράδυ;”. Μου λέει: “Δημήτρη, 20 λεπτά μιλούσαμε”. Και της λέω: “Μισό”. Πηγαίνω στο κινητό και βλέπω 25 λεπτά κλήση. Της λέω: “Δεν θυμάμαι τίποτα. Δεν θυμάμαι να σου μιλάω”. Και είπα: “Όπα, όπα, όπα. Πάμε αλλού τώρα”. Είναι σοκαριστικό. Οπότε εκεί είπα στον εαυτό μου: “Stop”. Και το έκοψα μαχαίρι μόνος μου. Μαχαίρι, εννοώ μαχαίρι, δεν έχω πιει σταγόνα, εδώ και 2 χρόνια. Ούτε σταγόνα, τίποτα, τίποτα, τίποτα. Και είμαι τόσο καλύτερα».


Πηγή