Περισσότερα από 107.000 είδη άγριας ζωής αποτελούν αντικείμενο εμπορίου σε παγκόσμιο επίπεδο, αριθμός τουλάχιστον διπλάσιος από προηγούμενες εκτιμήσεις, προκύπτει από νέα ανάλυση, αν και η πραγματική κλίμακα ενδέχεται να είναι πολύ μεγαλύτερη.

Η μελέτη που δημοσιεύεται στο περιοδικό Science Advances αποτελεί σύμφωνα με τους ερευνητές αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη εκτίμηση των ειδών φυτών, ζώων και μυκήτων που διακινούνται σε παγκόσμιο επίπεδο.

Προηγούμενες εκτιμήσεις υπολόγιζαν ότι περίπου 50.000 είδη διακινούνται στο παγκόσμιο εμπόριο. Ωστόσο, η νέα ανάλυση, η οποία συνδύασε δεδομένα από διαφορετικούς τομείς και προγράμματα παρακολούθησης του εμπορίου άγριας ζωής, κατέδειξε ότι ο αριθμός είναι τουλάχιστον διπλάσιος: Συνολικά 107.356 είδη χρησιμοποιούνται και διακινούνται σε όλον τον κόσμο.

Η Άλις Χιουζ του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης, σημειώνει ότι, παρόλο που το εμπόριο άγριας ζωής αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες απώλειας βιοποικιλότητας, οι πληροφορίες σχετικά με την έκταση και τη βιωσιμότητά του παραμένουν ελλιπείς και κατακερματισμένες.

«Όταν σκεφτόμαστε το εμπόριο άγριας ζωής, συνήθως μας έρχονται στο μυαλό το παράνομο εμπόριο ελεφάντων, τίγρεων και παγκολίνων» είπε η ερευνήτρια. «Το φαινόμενο είναι όμως πολύ ευρύτερο. Το εμπόριο άγριας ζωής περιλαμβάνει τα πάντα: από ξυλεία, θαλάσσια είδη και φαρμακευτικά φυτά μέχρι κατοικίδια ζώα, κομμένα άνθη, διακοσμητικά ψάρια και μύκητες. Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του εμπορίου είναι νόμιμο».

Οι παγκολίνοι της Ασίας και της Αφρικής διακινούνται παράνομα για την παρασκευή παραδοσιακών θεραπειών (ΑΠΕ-EPA)

Ανάγκη για δεδομένα

Τα αποτελέσματα της μελέτης αποκαλύπτουν σημαντικά κενά στο παγκόσμιο σύστημα παρακολούθησης του εμπορίου άγριας ζωής και υπογραμμίζουν την ανάγκη για μία ριζική αλλαγή στον τρόπο καταγραφής και αναφοράς του εμπορίου.

«Για τα περισσότερα από αυτά τα είδη διαθέτουμε ελάχιστα ή καθόλου δεδομένα. Δεν γνωρίζουμε ούτε τις ποσότητες ούτε την προέλευσή τους, πόσο μάλλον την κατάσταση των πληθυσμών τους, ώστε να αξιολογήσουμε αν το εμπόριο απειλεί την επιβίωσή τους» είπε η Χιούζ,.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι είναι απαραίτητη η βελτίωση του παγκόσμιου συστήματος παρακολούθησης, προκειμένου να καλυφθούν τα επίμονα κενά γνώσης. Επίσης, είναι αναγκαίο να τυποποιηθεί ο τρόπος συγκέντρωσης των δεδομένων για το εμπόριο.

Η προηγούμενη εκτίμηση για περίπου 50.000 είδη στο εμπόριο άγριας ζωής προερχόταν από την Διακυβερνητική Πλατφόρμα Επιστήμης και Πολιτικής για τη Βιοποικιλότητα και τις Οικοσυστημικές Υπηρεσίες (IPBES).

Η νέα μελέτη βασίζεται σε πληρέστερα σύνολα δεδομένων, καθώς και σε νεότερες επιστημονικές εργασίες που για είδη που πωλούνται στο διαδίκτυο για διακοσμητικούς σκοπούς. Αναδεικνύει κενά στην κατανόησή μας για το ποια είδη κινδυνεύουν: για παράδειγμα, ο αριθμός των ειδών πεταλούδας που διαπιστώθηκε ότι αποτελούν αντικείμενο εμπορίου υπερβαίνει τη συνολική εκτίμηση της IPBES για όλα τα χερσαία ασπόνδυλα που διακινούνται σε εμπορικό επίπεδο.

«Ο αριθμός των ειδών για τα οποία μιλάμε εξακολουθεί να είναι υποεκτιμημένος, και αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από τη μελέτη, αφού δεν έχουμε πρόσβαση ούτε διαθέτουμε τα δεδομένα παρακολούθησης που πραγματικά χρειαζόμαστε», δήλωσε στον Guardian η Μόλι Μπράουν, μέλος της συντακτικής ομάδας και υπεύθυνη προγράμματος για το εμπόριο άγριας ζωής στη Διεθνή Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης (IUCN), τον οργανισμό που εκδίδει την επίσημη Κόκκινη Λίστα των απειλούμενων ειδών.

Κεντρική εικόνα:  James Morgan/WWF


Πηγή