Να παρέχονται περισσότερα κίνητρα στους καταναλωτές για να συνεχίσουν τις πληρωμές με ηλεκτρονικά μέσα- κυρίως σε κλάδους επιρρεπείς στη φοροδιαφυγή (ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι) ζητεί η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) μέσω της έκθεσης Νομισματικής Πολιτικής για το 2026 που κατατέθηκε χθες στη Βουλή.

Ταυτόχρονα τονίζει την ανάγκη να ενισχυθούν οι ηλεκτρονικές συναλλαγές, ως όπλο για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής σε κλάδους που κυριαρχούν ακόμα τα μετρητά.

Υπογραμμίζει μεν ότι υπάρχει πρόοδος τα τελευταία χρόνια στη φορολογική συμμόρφωση και στο κενό ΦΠΑ, λόγω του ότι αυξήθηκαν οι πληρωμές με κάρτες, επεκτάθηκαν τα POS και υποχώρησε σταδιακά η χρήση μετρητών ωστόσο, οι προσπάθειες θα πρέπει να συνεχιστούν με την παροχή κινήτρων (κυρίως φορολογικών) στους καταναλωτές, θεωρώντας ότι συμβάλλουν στην αποκάλυψη συναλλαγών που διαφορετικά θα παρέμεναν αδήλωτες.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η Τράπεζα της Ελλάδος, «παρά τη σημαντική πρόοδο, οι προσπάθειες για τον περαιτέρω περιορισμό του κενού ΦΠΑ καθώς και της διαφοράς μεταξύ πραγματικής κατανάλωσης και δηλούμενων εισοδημάτων πρέπει να συνεχιστούν. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω της ακόμη ευρύτερης προώθησης των ηλεκτρονικών συναλλαγών σε συνδυασμό με την εντατικοποίηση των ελέγχων, ιδίως στις δραστηριότητες με αυξημένη συμμετοχή ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολουμένων, όπου οι συναλλαγές γίνονται σε μεγάλο βαθμό με μετρητά».

Τα κίνητρα

Με δεδομένο ότι οι πληρωμές μέσω τραπεζικού συστήματος είναι ανιχνεύσιμες περιορίζοντας τα περιθώρια απόκρυψης εισοδημάτων και μη έκδοσης αποδείξεων, η Κεντρική Τράπεζα, τίθεται υπέρ της διεύρυνσης φορολογικών κινήτρων προς τους καταναλωτές,  προκειμένου να συνεχίσουν να ζητούν και να πραγματοποιούν πληρωμές με ηλεκτρονικά μέσα.

Εξηγεί ότι η περαιτέρω διεύρυνση των ηλεκτρονικών συναλλαγών και των POS μπορεί να βελτιώσει την απόδοση των εσόδων ΦΠΑ, ακριβώς επειδή περιορίζει τη δυνατότητα αδήλωτων συναλλαγών.

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία των τραπεζών, ο αριθμός των καρτών και οι ηλεκτρονικές συναλλαγές κινούνται σταθερά σε ανοδική πορεία.

Στα τέλη Μαρτίου οι ενεργές κάρτες πληρωμών στην Ελλάδα ανέρχονταν σε σχεδόν 23,6 εκατομμύρια, αυξημένες κατά 6% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Η πλειονότητα, περίπου το 85%, αφορά χρεωστικές κάρτες, ενώ σημαντική αύξηση εμφανίζουν και οι προπληρωμένες.

Παράλληλα, το πρώτο τρίμηνο του 2026 πραγματοποιήθηκαν σχεδόν 658,3 εκατομμύρια συναλλαγές με κάρτα, αυξημένες κατά 11,7% σε ετήσια βάση, ενώ η αξία τους ανήλθε σε 18,45 δισ. ευρώ, από 16,7 δισ. ευρώ το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνει τη σταθερή μετατόπιση της οικονομίας προς τις ψηφιακές πληρωμές. Με βάση τα τελευταία στοιχεία της ΕΚΤ για το πρώτο εξάμηνο του 2025, το 73% των ηλεκτρονικών συναλλαγών στην Ελλάδα πραγματοποιείται με κάρτες, ποσοστό που τοποθετεί τη χώρα στις πρώτες θέσεις της Ευρώπης, πίσω μόνο από την Πορτογαλία και την Κύπρο.

Περιορίστηκε στο 11,4%

Η πρόοδος αποτυπώνεται και στο αποκαλούμενο «κενό» ΦΠΑ.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το 2023 το κενό ΦΠΑ στην Ελλάδα μειώθηκε στο 11,4% της θεωρητικής φορολογικής υποχρέωσης, από 24% το 2019, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώθηκε περίπου στο 9,5%.

Όμως, μπορεί η απόσταση να έχει περιοριστεί σημαντικά, αλλά δεν έχει μηδενιστεί. Γι’ αυτό και η ΤτΕ συνδέει την περαιτέρω αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών με πιο στοχευμένους ελέγχους σε επαγγέλματα και δραστηριότητες όπου η απόκρυψη εισοδήματος παραμένει ευκολότερη.

Φιλικό περιβάλλον για τις επενδύσεις
Στην έκθεσή της, η Τράπεζα της Ελλάδος, θέτει και το θέμα της φορολογικής πολιτικής και των επενδύσεων.

Παράλληλα με τα μέτρα στήριξης, ζητεί ένα σταθερό και φιλικό προς τις επενδύσεις φορολογικό πλαίσιο.

Κάνει λόγο για εκπτώσεις φόρου για δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης, αλλά και την καθιέρωση επιταχυνόμενων αποσβέσεων για επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου στη βιομηχανία. Στόχος είναι να ενισχυθεί η παραγωγική βάση της οικονομίας μέσω κινήτρων για επενδύσεις, καινοτομία και ανάπτυξη των δημόσιων οικονομικών.

Έκτακτα μέτρα και φορολογικοί συντελεστές

Για τη νέα ενεργειακή κρίση και τα έκτακτα μέτρα αντιμετώπισή της που λαμβάνονται, η ΤτΕ, υπογραμμίζει ότι η ενίσχυση του πληθωρισμού λόγω του υψηλού κόστους της ενέργειας και των ειδών διατροφής
δημιουργεί πιέσεις για τη λήψη πρόσθετων δημοσιονομικών μέτρων. Σημειώνει χαρακτηριστικά:

  • Δεδομένου ότι ο πληθωρισμός έχει σημαντικές αναδιανεμητικές επιδράσεις, πλήττοντας περισσότερο τα χαμηλά εισοδήματα που έχουν υψηλότερη ροπή προς κατανάλωση, τα μέτρα θα πρέπει να είναι στοχευμένα στις πλέον ευάλωτες εισοδηματικές ομάδες. Αντίστοιχα στοχευμένες πρέπει να είναι οι ενισχύσεις προς τις επιχειρήσεις, ανάλογα με την έκθεσή τους στις αυξήσεις των τιμών της ενέργειας και στις διαταράξεις του ενεργειακού εφοδιασμού.
  • Τυχόν μειώσεις φορολογικών συντελεστών, με δεδομένη την υψηλή εξάρτηση των φορολογικών εσόδων από τους έμμεσους φόρους, θα πρέπει να συνδυαστούν με διαρθρωτικές παρεμβάσεις για διεύρυνση της φορολογικής βάσης και ενίσχυση της εισπραξιμότητας των φόρων, ώστε να διασφαλίζεται η δημοσιονομική ισορροπία.
  • Οι οριζόντιες παρεμβάσεις θα πρέπει να αποφεύγονται, καθώς, παρότι συγκρατούν τις πληθωριστικές πιέσεις, έχουν υψηλό δημοσιονομικό κόστος και συνεπώς περιορισμένη αποτελεσματικότητα σε σχέση με τις στοχευμένες εισοδηματικές παρεμβάσεις. Επιπλέον, είναι κρίσιμο τα μέτρα να σχεδιάζονται με σαφή χρονικό ορίζοντα και ρήτρες απεμπλοκής, ώστε να μην παγιώνουν διαρθρωτικές πιέσεις στα δημόσια οικονομικά και να περιορίζεται ο κίνδυνος τροφοδότησης του πληθωρισμού από την πλευρά της ζήτησης.
  • Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση για τη λήψη έκτακτων μέτρων θα πρέπει να συνεκτιμά την ύπαρξη επαρκούς δημοσιονομικού χώρου. Η στόχευση, η αναλογικότητα ως προς το μέγεθος της διαταραχής και η ευελιξία στην εφαρμογή αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την αποτελεσματική άμβλυνση των επιπτώσεων της κρίσης, χωρίς να υπονομεύεται η μεσοπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών. *Τα σχετικά μέτρα που έχει λάβει η κυβέρνηση μέχρι στιγμής πληρούν σε γενικές γραμμές τις παραπάνω προϋποθέσεις.

 


enikonomia.gr