Μέσα σε δέκα χρόνια, από το 2008 έως το 2018, η Ευρώπη τσιμεντοποίησε μια περιοχή λίγο μικρότερη από τη Σλοβενία! Χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα χάθηκαν από καλλιεργήσιμη έκταση, ελεύθερο έδαφος, ακόμα και δάσος, και μετατράπηκαν σε αστικά συγκροτήματα και τσιμεντένιες υποδομές.

Την ανησυχητική αυτή είδηση έφερε στο φως μελέτη του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (ΕΟΠ). Το μόνο «θετικό» στοιχείο είναι πως η ετήσια επέκταση των πόλεων και των υποδομών έπεσε από 1.086 τ.χλμ. την περίοδο 2000-2006 σε 711 μεταξύ 2012-2018, προφανώς και ως απόρροια της οικονομικής κρίσης του 2008 και των μετέπειτα χαμηλών πτήσεων της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Παρότι η έκταση των τεχνητών περιοχών (δηλαδή πόλεων και άλλων οικιστικών σημείων, υποδομών, βιομηχανίας κ.λπ.) παραμένει κάτω του 5% μεταξύ των χωρών-μελών του ΕΟΠ (υπερβαίνει τα όρια της Ε.Ε.), υπάρχει ανησυχία για τις τάσεις επέκτασης των αστικών περιοχών. Οπως σημειώνεται στη μελέτη του ΕΟΠ, το 75% των Ευρωπαίων ζει ήδη σε αστικές περιοχές. Εως το 2050 υπολογίζεται πως ο αστικός πληθυσμός θα αυξηθεί κατά 30 εκατομμύρια άτομα. Νέες ανάγκες θα δημιουργηθούν σε κατοικίες, δρόμους, υποδομές κ.λπ. Πώς θα καλυφθούν;

Οι ερευνητές υπογραμμίζουν πως χρειάζονται νέες απαντήσεις από τη σκοπιά της προστασίας του περιβάλλοντος, της βιοποικιλότητας αλλά και της αποτροπής της κλιματικής αλλαγής. Ο Διεθνής Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας (FAO) έχει εκτιμήσει πως στα 30 εκατοστά του εδάφους που βρίσκονται πάνω πάνω, περιέχονται ποσότητες άνθρακα δύο φορές όσο έχει σήμερα όλη η ατμόσφαιρα. Μετά τους ωκεανούς, το έδαφος είναι η μεγαλύτερη φυσική καταβόθρα άνθρακα. Γι’ αυτό πρέπει να προφυλαχθεί. «Ενα εκατοστό από τα πιο εύφορα και πλούσια σε οργανικά στοιχεία και άνθρακα εδάφη χρειάζεται μερικές εκατοντάδες ή και χιλιάδες χρόνια για να σχηματιστεί. Γι’ αυτό δεν αποτελεί ανανεώσιμη πηγή», σημειώνει ο Hans Bruyninckx, διευθυντής του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος.

Σύμφωνα με τον ΕΟΠ, 75 δισ. τόνοι οργανικού άνθρακα αποθηκεύονται σε ευρωπαϊκό έδαφος, κυρίως σε Σουηδία, Φινλανδία και Ηνωμένο Βασίλειο, που διαθέτουν μεγάλες εκτάσεις με δάση και τύρφη (ποάνθρακας). Πρόκειται για μια ιδιαίτερα σημαντική ποσότητα, εάν συνυπολογίσουμε πως οι συνολικές εκπομπές CO2 σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενωσης το 2017 ήταν περίπου 4,5 δισ. τόνοι.

Τρεις λόγοι

Οι επιστήμονες του ΕΟΠ υπογραμμίζουν πως η επαναφορά των οικοσυστημάτων και η βελτίωση της ποιότητας του εδάφους αποτελούν πολύ αποτελεσματικά μέτρα (ακόμα και με οικονομικούς όρους) για την αποτροπή της κλιματικής αλλαγής και την αντιμετώπιση των συνεπειών της. Ξεχωρίζουν τρεις λόγοι:

Πρώτον, καθώς αναπτύσσονται τα φυτά αποσπούν διοξείδιο του άνθρακα από την ατμόσφαιρα. Σύμφωνα με τον FAO, η αναμόρφωση υποβαθμισμένων εδαφών μπορεί να αποθηκεύσει 63 δισ. τόνους άνθρακα. Δεύτερον, τα υγιή εδάφη κρατούν τον άνθρακα κάτω από το έδαφος. Τρίτον, η ύπαρξη εκτεταμένων φυσικών ή ημιφυσικών περιοχών συμβάλλει στην αντιμετώπιση των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής, όπως για παράδειγμα πλημμύρες ή καύσωνες.

«Οι αστικές περιοχές αναπτύσσονται κυρίως με κόστος εύφορης αγροτικής γης. Επιφάνειες από τσιμέντο και άσφαλτο στεγανοποιούν το έδαφος, εμποδίζοντάς το από την τέλεση των λειτουργιών του: αποθήκευση νερού, παραγωγή τροφής και βιομάζας, ρύθμιση του κλίματος, διήθηση επιβλαβών χημικών και πολύπλευρη στήριξη των ανθρώπων», τονίζει ο κ. Bruyninckx. Επιπλέον, η μεγάλη ανάπτυξη των δομικών έργων, από δρόμους μέχρι γέφυρες, τεμαχίζει το τοπίο, οδηγώντας τα είδη σε μικρότερα εδαφικά κομμάτια. «Ο τρόπος που χειριζόμαστε το έδαφος είναι ένας από τους βασικούς λόγους που δεν επιτρέπουν στην Ε.Ε. να επιτύχει τους στόχους της για τη βιοποικιλότητα», συμπληρώνει.

Ιδιαίτερο πρόβλημα αποτελεί η κατάληψη αγροτικής ή ελεύθερης γης για εμπορικές και βιομηχανικές χρήσεις, με αποτέλεσμα να απορρίπτονται ρυπαντές στο έδαφος, οι οποίοι συσσωρεύονται και μετά διεισδύουν στα υπόγεια ύδατα και στον υδροφόρο ορίζοντα. Το παράδειγμα του Ασωπού στην Ελλάδα είναι πολύ χαρακτηριστικό.

Με βάση όλα αυτά, οι ερευνητές του ΕΟΠ θεωρούν πως χρειάζεται ειδική πολιτική στο ζήτημα του εδάφους, η οποία να αποτρέπει την κατάληψη νέων εδαφών από δομημένες επιφάνειες. «Απαιτείται καλύτερη διαχείριση των υφιστάμενων αστικών περιοχών, ανακύκλωση εδάφους και πυκνότητα. Ενα παράδειγμα θα μπορούσε να είναι η αξιοποίηση μιας παλιάς βιομηχανικής περιοχής για να δεχθεί νέες λειτουργίες», σημειώνουν. Δυστυχώς, μόνο το 13% των νέων κτιρίων έχει χτιστεί σε περιοχές που αναπλάστηκαν.

Παρότι στην Ελλάδα το ποσοστό των τεχνητών επιφανειών είναι σχεδόν το μισό του ευρωπαϊκού μέσου όρου (γύρω στο 2% έναντι 4%), η διαχρονική πίεση για οικιστική επέκταση είναι μεγάλη, κυρίως για τουριστικούς λόγους, παρά την καθίζηση λόγω οικονομικής κρίσης. Γι’ αυτό πρέπει να δούμε όλες τις κρίσιμες αποφάσεις για το μέλλον, από τον αιγιαλό και την προστασία των δασών μέχρι την υπεράσπιση και ανάπτυξη των ελεύθερων χώρων πρασίνου, από τη σκοπιά και της μεγάλης συζήτησης για την κλιματική κρίση και τις συνέπειές της.

Πηγή