Η ΑΑΔΕ εισάγει νέους όρους και προϋποθέσεις για την χορήγηση φορολογικής ενημερότητας, στις περιπτώσεις είσπραξης χρημάτων από το Δημόσιο, τις μεταβιβάσεις ακινήτων αλλά και για τον συμψηφισμό απαιτήσεων με οφειλές προς την Εφορία, προκειμένου να διασφαλιστούν τα συμφέροντα του κράτους.

Όταν λοιπόν οι αιτούντες θα έχουν αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας, τότε η Φορολογική Αρχή θα συμψηφίζει αναγκαστικά τις απαιτήσεις  που θα έχουν οι φορολογούμενοι από το Δημόσιο, με ατομικές οφειλές τους.

Αυτό θα ισχύει και για εκείνους που θα έχουν κληρονομήσει οφειλές από θανόντες συγγενείς ή που θα έχουν οφειλές φόρου εισοδήματος των συζύγων τους.

Η εγκύκλιος

Στην εγκύκλιο του διοικητή της ΑΑΔΕ Γιώργου Πιτσιλή αναφέρονται όλα τα σχετικά ζητήματα αλλά κα δίνονται διευκρινίσεις και παραδείγματα για περιπτώσεις μεταβίβασης ακινήτων ή σύστασης εμπράγματων δικαιωμάτων, καθώς και για οφειλές που βρίσκονται σε καθεστώς αναστολής είσπραξης

Ειδική αναφορά γίνεται στα θέματα που αφορούν την αλληλέγγυα ευθύνη διοικούντων, μετόχων και εταίρων για χρέη επιχειρήσεων προς το Δημόσιο.

Στην περίπτωση ακινήτου με ληξιπρόθεσμες οφειλές σε αναστολή

Εάν ένας φορολογούμενος θέλει να πουλήσει ακίνητο ή να συστήσει εμπράγματο δικαίωμα, όπως υποθήκη ή επικαρπία, ενώ έχειληξιπρόθεσμες οφειλές σε αναστολή είσπραξης που υπερβαίνουν τις 50.000 ευρώ, ο βασικός κανόνας είναι ότι παρακρατείται ποσοστό 50% επί του τιμήματος, εφόσον το τίμημα δεν είναι χαμηλότερο από την αντικειμενική αξία του ακινήτου. Η παρακράτηση γίνεται μέχρι το ύψος των συνολικών οφειλών.

Υπάρχει όμως ευνοϊκότερη ρύθμιση όταν οι οφειλές βρίσκονται σε αναστολή λόγω δικαστικής απόφασης ή απόφασης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ). Σε αυτή την περίπτωση, το ποσοστό παρακράτησης μπορεί να μειωθεί από 5% έως 50% του τιμήματος, εφόσον η υπόλοιπη οφειλή διασφαλίζεται με εγγυήσεις ή εμπράγματες ασφάλειες, όπως υποθήκη σε άλλο ακίνητο. Για την εμπράγματη ασφάλεια λαμβάνεται υπόψη το 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου που προσφέρεται ως διασφάλιση.

Παράδειγμα: Έστω φορολογούμενος πουλά ακίνητο με τίμημα 100.000 ευρώ και έχει ληξιπρόθεσμη οφειλή 80.000 ευρώ σε αναστολή λόγω απόφασης ΔΕΔ. Με τον βασικό κανόνα, θα παρακρατηθούν 50.000 ευρώ, δηλαδή το 50% του τιμήματος. Αν όμως προσφέρει επαρκή διασφάλιση για το υπόλοιπο ποσό, η παρακράτηση μπορεί να μειωθεί στο 5%, δηλαδή σε 5.000 ευρώ. Έτσι, ο φορολογούμενος λαμβάνει μεγαλύτερο μέρος του τιμήματος, αλλά το Δημόσιο προστατεύεται μέσω της εγγύησης.

Όταν πρόκειται για μεταβίβαση ακινήτου από αλληλεγγύως ευθυνόμενο πρόσωπο.

Σε πρόσωπα που ευθύνονται αλληλεγγύως για οφειλές νομικού προσώπου, όπως διαχειριστές, μέλη διοίκησης ή πρόσωπα με συμμετοχή σε εταιρεία έχει σημασία το ποσοστό συμμετοχής τους στο νομικό πρόσωπο. Αν το πρόσωπο συμμετείχε τα δύο τελευταία έτη της θητείας του με ποσοστό έως 5% σε μη εισηγμένη εταιρεία ή έως 0,5% σε εισηγμένη εταιρεία, και οι οφειλές είναι τακτοποιημένες νόμιμα, δηλαδή ρυθμισμένες ή σε αναστολή, τότε οι οφειλές αυτές δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της παρακράτησης. Αντίθετα, αν το ποσοστό συμμετοχής υπερβαίνει τα παραπάνω όρια, οι οφειλές λαμβάνονται υπόψη. Για ληξιπρόθεσμες ρυθμισμένες οφειλές μπορεί να εφαρμοστεί παρακράτηση από 7% έως 70% του τιμήματος, εφόσον η υπόλοιπη οφειλή διασφαλίζεται. Για οφειλές σε αναστολή είσπραξης, το ποσοστό μπορεί να κυμαίνεται από 7% έως 50%, ενώ αν η αναστολή οφείλεται σε δικαστική απόφαση ή απόφαση ΔΕΔ εφαρμόζονται οι ειδικότεροι κανόνες της πρώτης κατηγορίας.

Παράδειγμα: Έστω πρώην διαχειριστής εταιρείας θέλει να πουλήσει ακίνητο αξίας 80.000 ευρώ. Έχει αλληλέγγυα ευθύνη για ρυθμισμένες οφειλές της εταιρείας ύψους 60.000 ευρώ. Αν συμμετείχε στην εταιρεία με ποσοστό 4%, οι οφειλές αυτές δεν λαμβάνονται υπόψη για την παρακράτηση, εφόσον είναι νόμιμα τακτοποιημένες. Αν όμως συμμετείχε με 8%, τότε οι οφειλές λαμβάνονται υπόψη και μπορεί να υπάρξει παρακράτηση, π.χ. από 7% έως 70% του τιμήματος, ανάλογα με τη διασφάλιση.

Βεβαίωση οφειλής αντί αποδεικτικού ενημερότητας:

Σε ορισμένες περιπτώσεις δεν εκδίδεται αποδεικτικό ενημερότητας, αλλά βεβαίωση οφειλής. Αυτό συμβαίνει κυρίως όταν υπάρχουν μη τακτοποιημένες ληξιπρόθεσμες οφειλές ή όταν το ποσό που πρέπει να παρακρατηθεί είναι μεγαλύτερο από το τίμημα της μεταβίβασης. Η βεβαίωση οφειλής δείχνει ποιες οφειλές υπάρχουν και επιτρέπει να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση μόνο με ειδικούς όρους, συνήθως με παρακράτηση μεγαλύτερου ποσού. Για τα αλληλεγγύως ευθυνόμενα πρόσωπα, οι τακτοποιημένες οφειλές νομικού προσώπου στο οποίο συμμετέχουν μέχρι τα προβλεπόμενα χαμηλά ποσοστά δεν αναγράφονται στη βεβαίωση, εκτός αν το ζητήσει ο ίδιος ο αιτών. Αν όμως οι οφειλές δεν είναι τακτοποιημένες, τότε αναγράφονται.

Παράδειγμα: Αν φορολογούμενος θέλει να πουλήσει ακίνητο, αλλά έχει μη ρυθμισμένες ληξιπρόθεσμες οφειλές 120.000 ευρώ ως αλληλεγγύως ευθυνόμενο πρόσωπο. Εφόσον οι οφειλές δεν είναι τακτοποιημένες, δεν μπορεί να λάβει απλό αποδεικτικό ενημερότητας. Εκδίδεται βεβαίωση οφειλής, στην οποία αναγράφεται το ποσό των 120.000 ευρώ.

Παρακράτηση έως 100%

Στις περιπτώσεις είσπραξης χρημάτων από το Δημόσιο, με βάση το γενικό πλαίσιο οι μη ληξιπρόθεσμες οφειλές δεν λαμβάνονται υπόψη για την παρακράτηση. Εξαίρεση υπάρχει όταν εφαρμόζεται συμψηφισμός, κυρίως όταν ο φορολογούμενος έχει απαίτηση από φορέα της Κεντρικής Διοίκησης και ταυτόχρονα έχει βεβαιωμένες οφειλές προς το Δημόσιο. Τότε μπορεί να παρακρατηθεί μέχρι και το 100% του ποσού που πρόκειται να εισπράξει, έως το ύψος των οφειλών του.

Παράδειγμα: Ένας επαγγελματίας πρόκειται να εισπράξει 3.000 ευρώ από Υπουργείο και έχει βεβαιωμένη οφειλή 700 ευρώ. Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις συμψηφισμού, θα παρακρατηθούν 700 ευρώ και θα λάβει τα υπόλοιπα 2.300 ευρώ.

 

 


enikonomia.gr