Μιλώντας στο MEGA, η 43χρονη Μαρία «έσπασε» τη σιωπή της για τον εφιάλτη που βιώνει τα τελευταία 10 χρόνια στα χέρια του συζύγου της, ο οποίος απειλεί μάλιστα να την σκοτώσει.

«Δεν υπάρχει ενημέρωση»

«Έχουμε πολλές περιπτώσεις όλα τα χρονιά και από κακοποιημένες γυναίκες και από γυναίκες που έρχονται να ζητήσουν ψυχολογική βοήθεια χωρίς να βγάλουν προς τα έξω αυτά που τους έχουν συμβεί», λέει, μιλώντας στο MEGA, ο κλινικός ψυχολόγος υγείας Γεώργιος Λυράκος.

«Είναι πολύ δύσκολο κάποιες φορές μια γυναίκα να μιλήσει. Το σημαντικό είναι ότι δεν γνωρίζουν, δεν υπάρχει ενημέρωση για το τι μπορούν να κάνουν. Συνήθως μένουν γιατί υπάρχουν τα παιδιά. Αυτό που έχουνε μάθει είναι ότι θα πρέπει να είσαι δυνατή για να στηρίξεις τα παιδιά σου. Είχα περιστατικό που μου έλεγε ότι δεν μπορώ να φύγω γιατί αν φύγω θα είναι χειρότερα για μένα, εκεί μπορεί να τις τρώω αλλά έχω να φάω και να κοιμηθώ».

Σύμφωνα με τον κύριο Λυράκο:

«Είναι το ότι έχουμε μεγαλώσει στο ελληνικό πλαίσιο με ταινίες που λέγανε ‘Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο’. Αν έχει περάσει στο DNA σου ότι το ξύλο είναι φυσιολογικό, το να δώσεις ένα χαστούκι το θεωρείς μια πράξη φυσιολογική που μπορείς να το κάνεις όποτε θέλεις. Δεν έχει να κάνει μόνο με την παθολογία, έχει να κάνει και με το πώς μεγαλώσαμε. Οι νέοι γονείς προσπαθούμε να το αλλάξουμε αλλά δυστυχώς υπάρχουν ακόμα κατάλοιπα».

Η βία μεταξύ του ζευγαριού, μπορεί να περάσει στα παιδιά τα οποία μέχρι την ηλικία των 6 ετών διαμορφώνουν τον ψυχισμό τους.

«Πολλές φορές στην ενήλικη ζωή τους βγάζουν και αυτά αυτήν τη βία χωρίς να το θέλουν. (…) Γι’ αυτό βλέπουμε και παραβατικότητα από τις νεαρές ηλικίες. Τα περισσότερα παιδιά που είναι παραβατικά και επιθετικά έχουν δει βία ή έχουν δεχτεί βία στην οικογένειά τους».

«Πρέπει να αποδεχτούμε ότι αυτή η βία δεν αλλάζει. Αν είναι κομμάτι της προσωπικότητας ενός ανθρώπου να είναι βίαιος, χειριστικός, δε θα αλλάξει», συμπληρώνει.

«Το 30% των καταγγελιών είναι προσχηματικό»

Από νομικής φύσεως, ο δικηγόρος Θοδωρής Καραγιάννης, σημειώνει:

«Το πρώτο πρόβλημα είναι η πρώτη επαφή με τη Δικαιοσύνη. Μέχρι που να συμβεί το δυσάρεστο περιστατικό, πολλές γυναίκες μπορεί να έπαιρναν την Αστυνομία και η αντίδραση να ήταν ηρεμήστε, πάτε αύριο στην εισαγγελία. Υπήρχε σοβαρό πρόβλημα, καταγγέλλονταν περιστατικά και εμμέσως καλύπτονταν. Πηγαίνουμε στα δικαστήρια, τελειώνει η δικάσιμος και όλοι πάμε σπίτια μας. Το πρόβλημα είναι ότι και τα θύματα πηγαίνουν σπίτι τους, δεν υπάρχει κανένα σύστημα που να βοηθάει τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας την επομένη να πηγαίνουν σε ένα ασφαλές καταφύγιο».

Όπως λέει ο ίδιος:

«Πολλές γυναίκες αντιλαμβάνονται ότι και να τον καταγγείλουν, θα βρεθούν πάλι με τον θύτη στο ίδιο σπίτι όσο και τα δικαστήρια να βγάλουν περιοριστικούς όρους και να λένε ο θύτης να μην πλησιάζει το σπίτι».

Ωστόσο, η δημοσιότητα που λαμβάνουν πλέον τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας οδηγεί και σε καταγγελίες προσχηματικές ή για λόγους εκδίκησης.

«Αυτή η προβολή έχει οδηγήσει και έναν μικρό αριθμό γυναικών να κάνουν καταγγελίες οι οποίες είναι ψευδείς ή προσχηματικές, μόνο και μόνο για να φοβίσουν το άλλο μέρος ή για να κατευθύνουν ένα διαζύγιο. Αυτό το βλέπουμε γιατί από τις 10 καταγγελίες που γίνονται, οι 3 – 4 την επόμενη ημέρα αποσύρονται προ ακρωτήριου, που σημαίνει ότι έγινε είτε εκβιαστικά είτε εκμεταλλευόμενες το κοινωνικό φαινόμενο το χρησιμοποιούν για να φέρουν τον άλλον σε δύσκολη θέση. Αυτό αποδυναμώνει τα πραγματικά θύματα. Υπάρχει ένα 30% που είναι αν όχι τελείως προσχηματικό, σίγουρα φουσκωμένο, με άλλο σκοπό κακοπροαίρετο από το οικονομικό όφελος μέχρι την επιμέλεια των παιδιών, τη ζήλεια, την εκδίκηση».


Πηγή