Ανθεκτική παρέμεινε η οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα καθώς ήταν ελαφρώς ενισχυμένη προς το τέλος του 2025, στηριζόμενη στην ισχυρή εγχώρια ζήτηση, συμπεριλαμβανομένων επενδύσεων που σχετίζονται με απορρόφηση πόρων από την ΕΕ, όπως έδειξαν τα στοιχεία της τελευταίας έκθεσης της EY με τίτλο” European Economic Outlook”.
Σύμφωνα με την έκθεση , τα επόμενα χρόνια η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας σε όρους ΑΕΠ αναμένεται να μετριαστεί ελαφρώς, καθώς η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει τις καταναλωτικές δαπάνες, ενώ ταυτόχρονα, η στήριξη από τα κονδύλια της ΕΕ σταδιακά εξασθενεί.
Τελευταίες εξελίξεις
Η οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα διατήρησε τη δυναμικότητά της καθ’ όλη τη διάρκεια του 2025. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,5% το τελευταίο τρίμηνο, συμβαδίζοντας με μια ετήσια ανάπτυξη της τάξης του 2,1%. Η ανάπτυξη ήταν πολυεπίπεδη, καθώς η ιδιωτική κατανάλωση, οι επενδύσεις και οι εξαγωγές συνεισέφεραν θετικά, αναδεικνύοντας μια σταδιακή μετάβαση σε ένα περισσότερο ισορροπημένο μοντέλο ανάπτυξης της χώρας. Οι δαπάνες των νοικοκυριών στηρίχθηκαν από την αύξηση της απασχόλησης και των εισοδημάτων, αντανακλώντας τη συνεχιζόμενη ομαλοποίηση της αγοράς εργασίας και τη σύγκλιση των εισοδημάτων.
Όσον αφορά στις τιμές, το 2025 ο πληθωρισμός ξεπέρασε το στοχοθετημένο επίπεδο, αν και παρέμεινε σχετικά σταθερός καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Ο γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή (ΔΤΚ) κυμάνθηκε μεταξύ 1,9% και 3,1%, με μέσο όρο 2,5% σε ετήσια βάση για το 2025. Οι υποκείμενες πληθωριστικές πιέσεις εντοπίστηκαν κυρίως σε βασικά στοιχεία, με επίμονη αύξηση στις τιμές των εγχώριων υπηρεσιών, με τις αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων να συμβάλλουν, επίσης, στη διαμόρφωση του γενικού πληθωρισμού. Την ίδια στιγμή, η πτώση των τιμών στην ενέργεια περιόρισε σε έναν βαθμό τη συνολική αύξηση των τιμών. Ο πληθωρισμός αυξήθηκε ελαφρώς τον Φεβρουάριο του 2026, στο 2,7%, σε σχέση με την ίδια περίοδο πέρυσι. Η ετήσια αύξηση των τιμών εξακολούθησε να τροφοδοτείται από τις τιμές των τροφίμων και των υπηρεσιών εστίασης και διαμονής, ενώ οι τιμές της ενέργειας – ιδιαίτερα του φυσικού αερίου και του πετρελαίου θέρμανσης – είχαν αποπληθωριστική επίδραση.
Οι προοπτικές για την Ελλάδα
Η ανάπτυξη του ΑΕΠ στην Ελλάδα προβλέπεται να σταθεροποιηθεί στο 2,1% το 2026 (σε παρόμοια επίπεδα με το 2025), παραμένοντας πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Η ανάπτυξη αναμένεται να στηριχθεί κυρίως από την επενδυτική δραστηριότητα, αντανακλώντας τη συνεχιζόμενη υλοποίηση έργων χρηματοδοτούμενων από το NextGenerationEU (NGEU). Την ίδια στιγμή, η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να επιβραδυνθεί ελαφρώς, καθώς η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή αναμένεται να έχει επιπτώσεις στις τιμές. Ο επενδυτικός χαρακτήρας της ανάπτυξης συνοδεύεται από σημαντική αύξηση των εισαγωγών, η οποία περιορίζει τη συμβολή του εμπορικού ισοζυγίου, παρά τη συγκρατημένη αύξηση των εξαγωγών.
Από το 2027 και έπειτα, η ανάπτυξη στην Ελλάδα αναμένεται σταδιακά να ομαλοποιηθεί, μετά από μία περίοδο κορύφωσής της, καθώς η δυναμική των επενδύσεων θα περιοριστεί εξαιτίας της ολοκλήρωσης της χρηματοδότησης από το NGEU. Από την άλλη πλευρά, η βελτιούμενη δημοσιονομική θέση της χώρας δημιουργεί περιθώρια για άμβλυνση των πιέσεων που ασκεί το ενεργειακό κόστος σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, καθώς και για τη στήριξη της εγχώριας ζήτησης και τη συγχρηματοδότηση επενδύσεων, συμβάλλοντας, έτσι, στον μετριασμό των επιπτώσεων από τη σταδιακή επιβράδυνση της χρηματοδοτούμενης από την ΕΕ επενδυτικής δραστηριότητας.
Το 2026, ο γενικός πληθωρισμός στην Ελλάδα προβλέπεται να ενισχυθεί αγγίζοντας το 3,0%, καθώς η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή επιδρά αυξητικά στις τιμές της ενέργειας. Ο δομικός πληθωρισμός (core inflation) αναμένεται να υποχωρήσει, ωστόσο δεν αναμένεται να πέσει κάτω από το 2% εξαιτίας των επίμονων πιέσεων στις τιμές των υπηρεσιών. Το 2027, δε, η αναστροφή του ενεργειακού σοκ αναμένεται να μειώσει τον πληθωρισμό στο 2%, έστω και προσωρινά. Ωστόσο, το 2028, οι τιμές αναμένεται να αυξηθούν ξανά, κυρίως λόγω της ανόδου των τιμών της ενέργειας, που θα προκύψει από την εφαρμογή του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών 2 (ΣΕΔΕ2).
Η ευρωπαϊκή οικονομία
Η ελληνική οικονομία αναμένεται να ξεπεράσει σε απόδοση την Ευρωζώνη, χάρη σε μία ισχυρότερη επενδυτική δυναμική και εγχώρια ζήτηση. Το 2025, η Ευρωζώνη κατέγραψε ανάπτυξη 1,4%, επηρεαζόμενη σημαντικά από την εξαιρετική ανάπτυξη του ΑΕΠ της Ιρλανδίας, που έφτασε το 12,3%. Εξαιρώντας την Ιρλανδία, η ανάπτυξη στη ζώνη του ευρώ ανήλθε περίπου στο 1,0%, ξεπερνώντας το 0,8% του 2024. Τα τελευταία τρίμηνα, η ιδιωτική κατανάλωση και οι δημόσιες δαπάνες παρουσίασαν επιβράδυνση, επηρεάζοντας αρνητικά τη συνολική μεγέθυνση. Παράλληλα, η πτώση των επιτοκίων έχει αρχίσει να στηρίζει τη σταδιακή ανάκαμψη των επενδύσεων. Παρά τους δασμούς των ΗΠΑ, οι εξαγωγές έχουν αρχίσει να αυξάνονται, αν και η ανατίμηση του ευρώ και η μείωση της ανταγωνιστικότητας σε σχέση με την Κίνα, εξακολουθούν να μειώνουν το μερίδιο της Ευρώπης στο παγκόσμιο εμπόριο.
Καθώς η ανάπτυξη της Ιρλανδίας ομαλοποιείται, και η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει το επενδυτικό κλίμα αυξάνοντας τις τιμές ενέργειας, η ανάπτυξη του ΑΕΠ της Ευρωζώνης αναμένεται να περιοριστεί στο 1,0% το 2026, πριν παρουσιάσει ξανά ελαφρά άνοδο στο 1,5% το 2027 και στο 1,6% για την περίοδο 2028-29. Ο υποκείμενος ρυθμός ανάπτυξης εκτιμάται ότι θα εξακολουθεί να βελτιώνεται, καθώς η κατανάλωση επανακάμπτει, οι επενδύσεις επεκτείνονται, υποστηριζόμενες από τη δημοσιονομική χαλάρωση στη Γερμανία και τα χαμηλότερα επιτόκια, ενώ οι εξαγωγές συνεχίζουν να αυξάνονται, παρά τα εμπόδια που προκαλούν οι δασμοί. Ωστόσο, η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή αναμένεται να επιβραδύνει το βηματισμό για το 2026.
Ο δομικός πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ έχει σταθεροποιηθεί κοντά στο 2%, αν και τα αποτελέσματα του διαφέρουν από χώρα σε χώρα, αντανακλώντας διαφορές στις αυξήσεις μισθών, στις ρυθμιζόμενες τιμές και στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης. Εξαιτίας των υψηλότερων τιμών ενέργειας, ο πληθωρισμός αναμένεται να αυξηθεί ελαφρώς το 2026, με μέσο όρο στο 2,4%, ενώ ο δομικός πληθωρισμός παραμένει κοντά στον στόχο. Με τις τιμές των πρώτων υλών να υποχωρούν, ο πληθωρισμός αναμένεται να επιβραδυνθεί το 2027. Ο ρυθμός αύξησης των τιμών θα μπορούσε να παρουσιάσει ξανά άνοδο το 2028, εάν επεκταθεί η εφαρμογή του συστήματος εμπορίας εκπομπών (ETS).
Με τον πληθωρισμό να παραμένει κοντά στον στόχο και το ΑΕΠ να αυξάνεται σταθερά, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διατήρησε το επιτόκιο καταθέσεων αμετάβλητο στο 2,0%, από τον Ιούνιο του 2025. Τα επιτόκια αναμένεται να παραμείνουν σταθερά, εκτός αν η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή προκαλέσει παρατεταμένη αύξηση των τιμών της ενέργειας, η οποία θα αναθεωρήσει τις παρούσες εκτιμήσεις.
Κινητήριοι παράγοντες και πηγές κινδύνου για την ευρωπαϊκή οικονομία
Οι οικονομικές προοπτικές της Ευρώπης για το 2026 επισκιάζονται από σημαντική αβεβαιότητα. Κύριες προκλήσεις αποτελούν η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, οι εμπορικοί δασμοί και οι δυσμενείς δημογραφικές τάσεις, ενώ η δημοσιονομική πολιτική και η αυξανόμενη υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης αναμένεται να στηρίξουν την ανάπτυξη.
Η κλιμάκωση των εχθροπραξιών στη Μέση Ανατολή αποτελεί τον κεντρικό γεωπολιτικό κίνδυνο, ο οποίος αυξάνει την αβεβαιότητα σε μακροοικονομικό επίπεδο, καθώς ήδη επηρεάζει τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, ενώ είναι πιθανό να προκαλέσει επιπτώσεις στο γενικό κλίμα εμπιστοσύνης, στις επενδυτικές αποφάσεις, καθώς και στις παγκόσμιες ροές κεφαλαίων.
Η διάρκεια και η ένταση της πολεμικής σύγκρουσης θα αποτελέσουν καθοριστικούς παράγοντες για το μέγεθος της απόκλισης του πληθωρισμού και της ανάπτυξης του ΑΕΠ στην Ελλάδα σε σχέση με τις προβλέψεις που είχαν διαμορφωθεί πριν από την κλιμάκωση των εχθροπραξιών. Πάντως, με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, ο αντίκτυπος στην ανάπτυξη διαφαίνεται περιορισμένος, γεγονός που αντανακλά μια διαφοροποίηση στους παράγοντες ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και τη μικρή της εξάρτηση από ενεργοβόρες βιομηχανίες.
Ωστόσο, οι πρόσφατες εντάσεις υποδηλώνουν ότι ακόμη και μια γρήγορη κατάπαυση του πυρός στη Μέση Ανατολή, μπορεί να μην επιτρέψει τη γρήγορη επιστροφή της παραγωγής στα προ-σύγκρουσης επίπεδα, ιδιαίτερα όσον αφορά στο φυσικό αέριο. Σε αυτή την περίπτωση, οι τιμές αερίου στην Ευρώπη θα παραμείνουν υψηλότερες μεσοπρόθεσμα και θα προκληθούν σημαντικότερες οικονομικές επιπτώσεις από αυτές που προβλέπονται στο τρέχον βασικό σενάριο.
Σε ένα πιο δυσμενές σενάριο, το οποίο περιλαμβάνει παρατεταμένη διατάραξη της ναυσιπλοΐας στα στενά του Ορμούζ και τιμές πετρελαίου που παραμένουν επίμονα πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα θα μπορούσε να αυξηθεί κατά 2,9 ποσοστιαίες μονάδες το 2026. Το μειωμένο διαθέσιμο εισόδημα και η αποδυνάμωση της εμπιστοσύνης τόσο των επιχειρήσεων όσο και των νοικοκυριών, θα μπορούσαν να προκαλέσουν μείωση του ΑΕΠ κατά 1,2% έως το 2027, σε σύγκριση με τις εκτιμήσεις πριν από την έναρξη της σύγκρουσης.
Η εμπορική πολιτική αποτελεί μία ακόμα σημαντική πηγή κινδύνου. Παρά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ να κρίνει παράνομους ορισμένους από τους προηγούμενους δασμούς, η αμερικανική διοίκηση επέβαλε βασικό δασμό ύψους 10%, ο οποίος αναμένεται να αυξηθεί στο 15%. Ωστόσο, καθώς το βασικό ποσοστό για τις χώρες της ΕΕ θα παραμείνει αμετάβλητο σε σχέση με το προηγούμενο πλαίσιο, η απόφαση αυτή αναμένεται να έχει περιορισμένη επίδραση στην Ευρώπη. Παρ’ όλα αυτά, οι αμερικανικοί δασμοί αναμένεται να μειώσουν την ανάπτυξη του ΑΕΠ της ΕΕ το 2026 κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες. Η Ελλάδα, λόγω της σχετικά περιορισμένης εμπορικής της έκθεσης στις ΗΠΑ, συγκαταλέγεται στις λιγότερο επηρεαζόμενες οικονομίες, με την επίπτωση να εκτιμάται σε μόλις 0,2 ποσοστιαίες μονάδες.
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη αντιμετωπίζει επίσης δομικές προκλήσεις ανταγωνιστικότητας, όπως τα αυξημένα κόστη και τη γήρανση του εργατικού δυναμικού. Οι δημογραφικές πιέσεις θα διαδραματίσουν κρίσιμο ρόλο στη διαμόρφωση του μακροπρόθεσμου δυναμικού ανάπτυξης και της ανθεκτικότητας σε εξωτερικούς κραδασμούς. Πρόκειται για δεδομένα που μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την Ελλάδα, η οποία αντιμετωπίζει μία από τις ταχύτερες μειώσεις του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας στην Ευρώπη. Αυτό υπογραμμίζει τη σημασία των στρατηγικών επενδύσεων σε τεχνολογίες που ενισχύουν την παραγωγικότητα. Ωστόσο, σήμερα, η Ευρώπη χάνει τον αγώνα του AI πριν καν αυτός ξεκινήσει. Η πρόκληση αυτή, είναι ακόμη πιο έντονη για την Ελλάδα, η οποία βρίσκεται μεταξύ των χωρών με τα χαμηλότερα ποσοστά υιοθέτησης της τεχνητής νοημοσύνης ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ, γεγονός που, εν μέρει, οφείλεται στην υψηλή παρουσία μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜμΕ) και υπογραμμίζει τη σημασία πολιτικών που στηρίζουν τον εκσυγχρονισμό, τη μεγέθυνση των επιχειρήσεων και την αναβάθμιση των δεξιοτήτων του ανθρώπινου κεφαλαίου τους.
enikonomia.gr
















