Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης έδωσε μια σπάνια συνέντευξη, με αφορμή τη μουσικοθεατρική παράσταση «Εγώ ο Σερ, Γρηγόρης Μπιθικώτσης», που αναφέρεται στη ζωή του πατέρα του, Γρηγόρη Μπιθικώτση.
Ο γιος του σπουδαίου Έλληνα τραγουδιστή και συνθέτη ήταν καλεσμένος την Παρασκευή (16.10.2026) στην εκπομπή «Στούντιο 4» και μίλησε για τον πατέρα του, Γρηγόρη Μπιθικώτση στον Χρήστο Φερεντίνο και την Κατερίνα Καραβάτου.
«Το έργο είναι βασισμένο στην αυτοβιογραφία του πατέρα μου βέβαια με τίτλο “Εγώ ο Σερ”, ο οποίος πατέρας μου πριν φύγει από τη ζωή ήθελε να γράψει τη ζωή του γιατί χαρακτηριστικά έλεγε “Δεν θέλω όταν φύγω από τη ζωή διάφοροι να βρεθούν και να λένε ό,τι τους κατέβει”. “Θέλω”, λέει, “να γράψω εγώ τα γεγονότα της ζωής μου ώστε να υπάρχει η αλήθεια μου”», είπε για την παράσταση και την αυτοβιογραφία του πατέρα του.
Παράλληλα, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης αναφέρθηκε με λόγια αγάπης για τον πατέρα του.
«Είχα τον πιο γλυκό πατέρα. Έναν πολύ στοργικό πατέρα, ο οποίος με ξύπναγε το πρωί, άνοιγε την πόρτα, έμπαινε μέσα και μου έφερνε το χυμό πορτοκάλι και μου έλεγε πιες το τώρα. Θα κόψουν οι βιταμίνες. Δηλαδή με εμένα είχε πάθος ο πατερούλης μου κι εγώ με εκείνον. Κάθε μέρα μου άφηνε σημειώματα.
Δεν μου επιτρέπεται να πω ψέματα, ξύπναγα κάθε μέρα και έβλεπα ας πούμε, “Γρηγόρη μου σ’ αγαπάω. Γρηγόρη μου, την άλλη μέρα σε λατρεύω”. “Δε μ’ αγαπάς όσο σ’ αγαπώ”. Η αλήθεια είναι ότι απ’ την αγάπη που πήρα από αυτόν άνθρωπο, πώς να την δώσεις πίσω; Δεν είχα βρει τρόπο να του δώσω την αγάπη που μου χάρισε», εξομολογήθηκε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης.
«Είχαμε μια σχέση πολύ δυνατή και αυτό που δε θα ξεχάσω ποτέ είναι που τα βράδια, όταν έλειπα με έπαιρνε τηλέφωνο κατά τις τέσσερις η ώρα το πρωί. Ήξερε ότι ξενυχτάω και μου έλεγε “πού είσαι;”. Και του έλεγα θα έρθω σε λίγο. Και όταν πήγαινα σπίτι στον Κάλαμο ας πούμε, με περίμενε πάνω στο δωμάτιο. Έπαιζε μπουζούκι πάντα και μου έλεγε φέρε μου ένα τσιγάρο. Του το είχαν απαγορέψει οι γιατροί. Του πήγαινα λοιπόν το τσιγάρο. Μετά από ένα λεπτό μου έλεγε φέρε μου και ένα δεύτερο. Τέλος πάντων, ξημέρωνε, μου έπαιζε μπουζούκι και μου τραγούδαγε τα πάντα. Και εφόσον λέγαμε τα τραγούδια μας, μετά άρχισε και μου έλεγε όλη την ιστορία της ζωής του. Δηλαδή δεν υπάρχει άνθρωπος που να ξέρει μέχρι και την τελεία, όπως την ξέρω εγώ. Τα καλά του και τα κακά του», πρόσθεσε για τον πατέρα του.
«Δεν το ξεχνάω στη ζωή μου. Μου είχε πει “Είσαι καλό παιδί, είσαι όμορφο παλικάρι, τραγουδάς καλά και σε λένε και Μπιθικώτση”. Δεν θα πας καλά”», δήλωσε ακόμα.
«Πολλά έχουν λεχθεί για τον Μπιθικώτση κατά καιρούς, για τον ερμηνευτή, για τον συνθέτη, για την προσωπικότητά του. Το μεγαλείο του ήταν η ανθρωπιά του και δεν θα μπορούσα να είμαι πιο τυχερός και δεν μπορώ να σας περιγράψω πόσο περήφανος αισθάνομαι που μεγάλωσα με έναν τόσο γλυκό πατέρα. Με όρισε διάδοχό του. Τεράστιο βάρος αυτό, γιατί ουσιαστικά αυτό μεταφράζεται ότι εγώ έχω την ευθύνη και για τα πνευματικά του δικαιώματα αλλά και για το ηθικό του δικαίωμα, που είναι το σημαντικότερο ουσιαστικά για τη συνέχιση της κληρονομιάς του», σημείωσε στη συνέχεια.
Μιλώντας για τον τρόπο που μεγάλωσε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης σημείωσε: «Ήταν ένα παιδί από το Περιστέρι, από πολύ φτωχή οικογένεια και μάλιστα το παράπονό του ήταν πάντα μου έλεγε “Ρε κερατά, μου λέει, εσύ βάζεις στην τσέπη σου το χέρι και κάτι βγάζεις”. Εγώ ήμουν παιδάκι, μου έλεγε και έβαζα το χέρι μου στην τσέπη και έβαζα έβγαζα πανί. Μιλάμε για φτώχεια και μέσα από την ιστορία του έζησε κατοχή. Έζησε δύσκολα χρόνια. Δεν το ξέρει ο κόσμος αυτό και είναι ωραίο να το πούμε. Στη διάρκεια της Κατοχής οι γονείς του τον κρύβανε μέσα σε ένα πηγάδι για να μην πάθει κακό. Γερμανοί, βομβαρδισμοί…».
«Θέλω να πω ότι ένας άνθρωπος που πέρασε πολύ μεγάλες κακουχίες, πολύ μεγάλη φτώχεια, πολύ μεγάλη πείνα, αλλά το μεγαλείο του είναι ακριβώς εκεί. Όταν έφτασε πλέον και έγινε ο Γρηγόρης ο Μπιθικώτσης, δεν ξέχασε ποτέ από πού προήλθε. Και αυτό θα το πω και ας το ακούσουν όλοι. Εμάς το σπίτι μας κάθε μέρα ήταν ανοιχτό για να βοηθάει κόσμο κάθε μέρα. Το καμαρίνι του κάθε βράδυ. Η ουρά ξεκίναγε ας πούμε έτσι και κατέληγε εκεί και του έλεγε ο κόσμος ας πούμε, και δεν είχε πει όχι σε άνθρωπο, αφού ήταν ο καβγάς με τη μάνα μου, τη Μεταξία, τη μανούλα μου και του έλεγε “άνθρωπέ μου, ξέρεις αυτός που σου χτυπάει το κουδούνι αν σου λέει αλήθεια”, αν όντως χρειάζεται τα χρήματα. Και απαντούσε πάντα “Και μόνο που βρήκε τη δύναμη και το θάρρος και ήρθε να μου χτυπήσει το κουδούνι, θα τα πάρει”», πρόσθεσε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης μιλώντας για τον πατέρα του.
Πηγή
















