Όταν κάποιος αποφασίζει να κάνει μεταπτυχιακό, συνήθως σκέφτεται τα μαθήματα, το κόστος, το πρόγραμμα των παραδόσεων. Σχεδόν κανείς δεν σκέφτεται σοβαρά τη διπλωματική εργασία, μέχρι τη στιγμή που έρχεται η ώρα να την ξεκινήσει. Εκεί ανακαλύπτει ότι πρόκειται για κάτι εντελώς διαφορετικό από όσα είχε κάνει ως τότε.
Η βασική διαφορά είναι η αυτονομία. Στα μαθήματα υπάρχει ύλη, διαλέξεις, εργασίες με σαφείς οδηγίες. Στη διπλωματική υπάρχει ένα θέμα, συχνά θολό στην αρχή, και ένας επιβλέπων που βλέπεις κάθε λίγες εβδομάδες. Όλα τα υπόλοιπα, από τη βιβλιογραφική αναζήτηση μέχρι την οργάνωση του χρόνου, είναι δική σου ευθύνη. Για ανθρώπους που δουλεύουν παράλληλα, και είναι πολλοί ανάμεσα στους μεταπτυχιακούς φοιτητές, αυτή η ελευθερία μπορεί να μετατραπεί γρήγορα σε αναβολή. Ο μήνας γίνεται δύο, το κεφάλαιο που θα γραφόταν «το Σαββατοκύριακο» μένει ανέγγιχτο, και η προθεσμία πλησιάζει χωρίς να το καταλάβεις.
Το πρώτο και πιο κρίσιμο βήμα είναι η επιλογή θέματος. Η συνηθισμένη παγίδα είναι να διαλέξει κανείς κάτι υπερβολικά φιλόδοξο, «την επίδραση της τεχνολογίας στην εκπαίδευση», ας πούμε, που δεν χωράει ούτε σε δέκα διπλωματικές. Ένα καλό θέμα είναι στενό, συγκεκριμένο και εφικτό με τα δεδομένα που μπορείς πραγματικά να συλλέξεις. Όσοι δουλεύουν έχουν εδώ ένα πλεονέκτημα: μπορούν να επιλέξουν ένα ερώτημα που προκύπτει από τη δική τους εργασιακή εμπειρία, κάτι που κάνει την έρευνα πιο ενδιαφέρουσα και συχνά πιο χρήσιμη.
Όσοι εξετάζουν αυτή την περίοδο μεταπτυχιακά καλό είναι να ρωτήσουν από πριν πώς λειτουργεί η διπλωματική στο κάθε πρόγραμμα. Πόσο διαρκεί, πώς ανατίθεται ο επιβλέπων, αν υπάρχει μάθημα μεθοδολογίας έρευνας, σε ποια γλώσσα γράφεται, αν μπορεί να αντικατασταθεί από κάποια πρακτική εργασία. Οι απαντήσεις διαφέρουν πολύ από πρόγραμμα σε πρόγραμμα και επηρεάζουν άμεσα τον φόρτο του τελευταίου εξαμήνου. Για κάποιον που δουλεύει πλήρες ωράριο, η διαφορά ανάμεσα σε μια διπλωματική τριών και σε μια διπλωματική έξι μηνών είναι τεράστια.
Η σχέση με τον επιβλέποντα είναι επίσης κάτι που αξίζει προσοχή. Δεν είναι δάσκαλος που θα σου πει τι να γράψεις, ούτε κριτής που περιμένει να σε κόψει. Είναι ένας έμπειρος συνεργάτης με περιορισμένο χρόνο. Οι φοιτητές που τα πάνε καλύτερα είναι αυτοί που πηγαίνουν στις συναντήσεις με συγκεκριμένες ερωτήσεις και ένα κομμάτι κειμένου, όσο πρόχειρο κι αν είναι, αντί να περιμένουν να έχουν κάτι «τέλειο» για να το δείξουν. Η τελειομανία είναι ίσως ο μεγαλύτερος εχθρός μιας διπλωματικής.
Ο χρόνος είναι το σημείο όπου σχεδόν όλοι πέφτουν έξω. Οι περισσότεροι υποτιμούν το πόσο θα τους πάρει η συγγραφή και υπερεκτιμούν το πόσο θα τους πάρει η έρευνα. Στην πράξη, το να μετατρέψεις σημειώσεις και ευρήματα σε ένα συνεκτικό κείμενο θέλει εβδομάδες, όχι μέρες. Μια καλή τακτική είναι να γράφεις από την αρχή, έστω και λίγο κάθε μέρα, ακόμη κι αν ξέρεις ότι θα τα ξαναγράψεις. Όταν πια έχει παραδοθεί, η διπλωματική συχνά αποδεικνύεται το πιο πολύτιμο κομμάτι των σπουδών, γιατί είναι το μόνο που έφτιαξες εξ ολοκλήρου μόνος σου.
















