Τον Μάρτιο του 1974, η Βρετανία παρακολουθούσε σοκαρισμένη την πιο θρυλική απόπειρα απαγωγής στη σύγχρονη ιστορία της βασιλικής οικογένειας. Ο 26χρονος Ίαν Μπολ καταδίωξε την πριγκίπισσα Άννα και τον σύζυγό της, Μαρκ Φίλιπς, καθώς επέστρεφαν από φιλανθρωπική εκδήλωση προς τα Ανάκτορα του Μπάκιγχαμ.
Με πυροβολισμούς κατά σωματοφυλάκων, αστυνομικών και δημοσιογράφων και την απάντηση της ίδιας της πριγκίπισσας Άννας («Ούτε κατά διάνοια!») στην απόπειρα απαγωγής που έμεινε στην ιστορία, η κατάσταση φάνταζε ανεξέλεγκτη.
Η επέμβαση ενός περαστικού και η ανδρεία των αστυνομικών έσωσαν την πριγκίπισσα, ενώ ο απαγωγέας Μπολ κατέληξε για δεκαετίες σε ψυχιατρικά ιδρύματα. Αργότερα, ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι όλα ήταν μια σκηνοθετημένη φάρσα.
Όλα έγιναν στη λεωφόρο The Mall στο κεντρικό Λονδίνο, λίγα μέτρα από τα Ανάκτορα του Μπάκιγχαμ. Ήταν 20 Μαρτίου 1974. Ο 26χρονος τότε Ίαν Μπολ πλησίασε τη Rolls-Royce στην οποία επέβαινε η πριγκίπισσα Άννα με τον σύζυγό της και τους ανάγκασε να σταματήσουν. Κατά την απόπειρά του να απαγάγει την Άννα, πυροβόλησε τον σωματοφύλακά της, τον οδηγό, έναν αστυνομικό και έναν δημοσιογράφο. Η πριγκίπισσα φέρεται να του απάντησε με την πλέον διάσημη φράση: «Ούτε κατά διάνοια!» – όταν της ζήτησε να τον ακολουθήσει.
Η κατάσταση τέθηκε υπό έλεγχο όταν ένας τυχαία διερχόμενος πρώην πυγμάχος, ο Ρόνι Ράσελ, γρονθοκόπησε και ακινητοποίησε τον Μπολ.
Ο αστυνομικός Τζιμ Μπίτον, που δέχθηκε τρεις σφαίρες για να προστατεύσει την πριγκίπισσα, παρασημοφορήθηκε με τον Σταυρό του Γεωργίου.
Ο Μπολ δήλωσε ένοχος για απόπειρα δολοφονίας, απαγωγής και πρόκληση σωματικών βλαβών και καταδικάστηκε χωρίς χρονικό περιορισμό σύμφωνα με τον Νόμο για την Ψυχική Υγεία.
Παρέμεινε σε ψυχιατρικά ιδρύματα (Broadmoor και Rampton) για 45 χρόνια, μέχρι την αποφυλάκισή του το 2019.
Έξι χρόνια μετά την αποφυλάκισή του από ψυχιατρικό ίδρυμα, ο Ίαν Μπολ, δήλωσε «αθώος και ψυχικά υγιής».
Πηγή
















