Η μεταμόσχευση μυελού των οστών ή η μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων είναι η μόνη θεραπευτική επιλογή στην πλειονότητα των περιπτώσεων κακοήθων αιματολογικών νοσημάτων και ενδείκνυται τόσο για καλοήθεις όσο και για κακοήθεις αιματολογικές νόσους. Η μεταμόσχευση μυελού των οστών αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της θεραπείας των αιματολογικών νοσημάτων σε παιδιά και ενήλικες και είναι η μόνη μεταμόσχευση στην οποία η ανοσοκατασταλτική θεραπεία μπορεί να διακοπεί με ένδειξη.

Οι κύριες ενδείξεις περιλαμβάνουν την οξεία λευχαιμία, όπως η οξεία μυελοειδής λευχαιμία και η οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία, τα μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα σε ενήλικες και την απλαστική αναιμία σε νέους. Έχει επίσης περιορισμένη εφαρμογή σε ορισμένους ασθενείς, κυρίως παιδιά, που πάσχουν από αιμοσφαιρινοπάθειες.

Η Ελένη Γαβριηλάκη, επίκουρη καθηγήτρια στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, δήλωσε ότι θα μιλήσει σε ημερίδα με θέμα «Εθελοντισμός και μεταμόσχευση μυελού των οστών», που διοργανώνουν οι Δήμαρχοι Κοινωνικής Πολιτικής, Αλληλεγγύης και Πρόνοιας Θεσσαλονίκης και η φοιτητική οργάνωση Θεσσαλονίκης. Η Ελένη Γαβριηλάκη θα μιλήσει στο συνέδριο «Εθελοντισμός και μεταμόσχευση μυελού των οστών» που διοργανώνει η MedAction και θα πραγματοποιηθεί στο Ανδρόνικο Μέγαρο.

Ταυτόχρονα, μεταφέρει ένα μήνυμα υποστήριξης της εθελοντικής αιμοδοσίας και της δωρεάς κυττάρων αίματος.

«Η μεταμόσχευση μυελού των οστών ή αιμοποιητικών κυττάρων ενδείκνυται πλέον για πολλές ενδείξεις. Οι κύριες ενδείξεις είναι η οξεία λευχαιμία και άλλες καταστάσεις, όπως το μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο σε ενήλικες και η απλαστική αναιμία σε νεότερους ασθενείς. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, αποτελεί την μόνη θεραπευτική αγωγή για κάθε νόσο. Συνεπώς, αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της θεραπείας των ασθενών με αιματολογικές παθήσεις, από τα παιδιά έως τους ενήλικες», σημειώνει.

Σχετικά με την περίπτωση των ασθενών με αιμοσφαιρινοπάθειες, αναφέρει. «Η αλλογενής μεταμόσχευση μπορεί να εφαρμοστεί σε αυτές τις ασθένειες, αλλά μόνο σε πολύ καλά επιλεγμένους πληθυσμούς ασθενών, ιδίως στην παιδική ηλικία. Ως εκ τούτου, η εφαρμογή της σε αυτά τα νοσήματα είναι περιορισμένη. Γενικά, οι ενδείξεις για μεταμόσχευση αξιολογούνται συνεχώς λόγω της αυξανόμενης χρήσης τόσο των στοχευμένων όσο και των κυτταρικών θεραπειών που είναι σήμερα διαθέσιμες. Ως εκ τούτου, οι διεθνείς ομάδες υπολογίζουν συνεχώς τα οφέλη και τους αντίστοιχους κινδύνους της μεταμόσχευσης, ανάλογα με τον δότη. Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι οι πρόσφατες βελτιώσεις στην τεχνολογία των μεταμοσχεύσεων έχουν διευρύνει τον πληθυσμό των ασθενών που θεωρούνται κατάλληλοι για μεταμόσχευση. Στο παρελθόν, η μεταμόσχευση ήταν μια πιο τοξική και πιο δύσκολη διαδικασία, αλλά τώρα έχουν καθιερωθεί νέες τεχνικές και μπορούν να μεταμοσχευθούν ηλικιωμένοι ασθενείς και ασθενείς με επιπλοκές».

Η κ. Γαβριλάκη επισημαίνει ότι πριν από τη μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων εφαρμόζονται στον ασθενή προπαρασκευαστικές θεραπείες, συμπεριλαμβανομένης της χημειοθεραπείας και της ακτινοθεραπείας, οι οποίες επιτίθενται στην ασθένεια και χρησιμοποιούν τη δράση του αλλομοσχεύματος για να συνεχίσουν την επίθεση αυτή εφ’ όρου ζωής.

«Η μεταμόσχευση είναι μια βαριά ανοσοκατασταλτική θεραπεία και χρησιμοποιούνται διάφοροι θεραπευτικοί χειρισμοί για την εξισορρόπηση του μοσχεύματος με τον οργανισμό. Επιπλέον, χρειάζεται χρόνος για να εκπαιδευτεί το μόσχευμα να λειτουργεί στην άμυνα του οργανισμού με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούν τα ίδια τα κύτταρα του ασθενούς. Η μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων είναι η μόνη μεταμόσχευση στην οποία μπορεί να διακοπεί η ανοσοκατασταλτική θεραπεία.

Όταν ερωτάται ποια είναι η πιθανότητα ταύτισης του δότη, η κ. Γαβριλάκη απαντά: «Βασικά, είναι απρόβλεπτη. Αυτό όμως που γνωρίζουμε είναι ότι υπάρχουν μαθηματικά μοντέλα που δείχνουν ότι αν υπάρχει σημαντικός αριθμός δοτών στην Ελλάδα, υπάρχει πολύ μεγάλη πιθανότητα να βρεθεί Έλληνας δότης για κάθε Έλληνα ασθενή. Βασικά, αυτή η πιθανότητα σχετίζεται με την καταγωγή μας. Με άλλα λόγια, ένας Έλληνας δότης είναι πολύ πιθανό να ταιριάξει με έναν Έλληνα ασθενή ή έναν άλλο Καυκάσιο ασθενή. Κατά μέσο όρο, κάθε δότης θα πρέπει να είναι στη δεξαμενή για τουλάχιστον 10 χρόνια, προκειμένου να αυξηθεί η πιθανότητα αντιστοίχισης με έναν ασθενή. Με άλλα λόγια, κάποιος που εγγράφεται σήμερα ως δότης είναι πιθανό να ταιριάξει με έναν ασθενή στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό μέσα στα επόμενα 10 χρόνια. Βέβαια, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι εάν βρεθεί κατάλληλος δότης, το πλησιέστερο κέντρο μεταμόσχευσης όπου γίνεται η συλλογή θα επικοινωνήσει ξανά με τον εν λόγω δότη για να συζητήσει τυχόν λεπτομέρειες ή ανησυχίες σχετικά με τη διαδικασία. Στη συνέχεια, ο δότης αξιολογείται για να διασφαλιστεί ότι είναι ασφαλής ως δότης και ότι δεν υπάρχουν ιατρικές παθήσεις που θα τον καθιστούσαν μη κατάλληλο ως δότη.

Ένα άτομο μπορεί να γίνει δότης από την ηλικία των 18 ετών και το ανώτατο όριο ηλικίας είναι τα 45 έτη, αλλά το όριο αυτό δεν είναι απόλυτο και οι δότες παραμένουν στη δεξαμενή για 10 χρόνια, που στην προκειμένη περίπτωση σημαίνει ότι μπορούν να παραμείνουν μέχρι την ηλικία των 55 ετών, επισημαίνει η Γαβριλάκη. Ωστόσο, ένας 70χρονος θα μπορούσε να γίνει δότης αν έχει συμβατό άρρωστο αδελφό.

Πηγή: ΑΠΕ


Πηγή