drone leukada31 1200x630.jpg
drone leukada31 1200x630.jpg

Η εξονυχιστική έρευνα στο θαλάσσιο drone που βρέθηκε στη Λευκάδα, φαίνεται ότι έδωσε πλέον κρίσιμες απαντήσεις για την ταυτότητα, την προέλευση και τον πιθανό επιχειρησιακό προορισμό του.

Τα εξειδικευμένα στελέχη του ΓΕΕΘΑ, τα οποία ανέλαβαν την τεχνική εξέταση του από τη στιγμή που το θαλάσσιο drone βρέθηκε σε σπηλιά της Λευκάδας, εξέτασαν κάθε τμήμα του, από τα δορυφορικά συστήματα και τα ηλεκτρονικά του, έως το λογισμικό, την καλωδίωση, την πρόωση, τα υποσυστήματα καθοδήγησης αλλά και τα χειρόγραφα ευρήματα που εντοπίστηκαν στο εσωτερικό του.

Η εικόνα που προκύπτει από τα μέχρι τώρα στοιχεία είναι σαφής. Το USV είναι ουκρανικής προέλευσης, έχει κατασκευαστεί στην Ουκρανία και ανήκει στην κατηγορία των μη επανδρωμένων σκαφών επιφανείας που έχουν χρησιμοποιηθεί εκτεταμένα στο περιβάλλον της Μαύρης Θάλασσας.

Πλέον εμφανίζονται να συνδέονται και με επιχειρησιακά σενάρια πολύ πέρα από την αρχική ζώνη δράσης του.

Τα ευρήματα, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, δεν περιορίζονται μόνο στην εξωτερική μορφή ή στη γενική τεχνολογική φιλοσοφία της πλατφόρμας.

Αντιθέτως, οι σειριακοί αριθμοί από τα δορυφορικά συστήματα, τα τεχνικά χαρακτηριστικά επιμέρους εξαρτημάτων, τα στοιχεία του λογισμικού συνθέτουν πλέον έναν πλήρη φάκελο τεκμηρίωσης.

Tα στοιχεία της έρευνας

Αίσθηση έχει πάντως προκαλέσει το γεγονός ότι οι χειρόγραφες σημειώσεις που βρέθηκαν μέσα στο σκάφος δεν είναι μόνο στα ουκρανικά αλλά είναι γραμμένες και στα ρωσικά, σύμφωνα με πληροφορίες του Onalert. Η παρουσία χειρόγραφων σημειώσεων τόσο στα ουκρανικά όσο και στα ρωσικά στο εσωτερικό του θαλάσσιου drone δεν θεωρείται από μόνη της αντιφατικό εύρημα.

Αντιθέτως, μπορεί να εξηγηθεί από τη γλωσσική και τεχνική πραγματικότητα που επικρατεί στον ουκρανικό χώρο, ειδικά σε τομείς που σχετίζονται με μηχανική, ηλεκτρονικά, στρατιωτικά συστήματα και τεχνολογίες που έχουν ρίζες στη σοβιετική και μετασοβιετική σχολή.

Η Ουκρανία είναι χώρα όπου η ρωσική γλώσσα χρησιμοποιήθηκε επί δεκαετίες σε μεγάλο βαθμό, όχι μόνο στην καθημερινότητα, αλλά και σε τεχνικά περιβάλλοντα, σε παλαιότερα εγχειρίδια, σε βιομηχανικές διαδικασίες, σε κωδικοποιήσεις εξαρτημάτων και σε στρατιωτική ορολογία.

Έτσι, ένα ουκρανικής κατασκευής ή ουκρανικής χρήσης μη επανδρωμένο σύστημα μπορεί να φέρει ουκρανικές ενδείξεις, ως στοιχείο ταυτότητας, παραγωγής ή επιχειρησιακής διαχείρισης, αλλά ταυτόχρονα να περιλαμβάνει και ρωσικές χειρόγραφες σημειώσεις από τεχνικούς, μηχανικούς ή χειριστές που χρησιμοποιούν τη ρωσική ως γλώσσα εργασίας, ενώ ακόμα και η στρατολόγηση πρακτόρων που μιλούν μόνο τη ρωσική γλώσσα είναι ένα από τα ενδεχόμενα.

Ο φάκελος αυτός, όπως αναφέρουν αρμόδιες πηγές, περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία, τα ευρήματα, τα τεχνικά δεδομένα και τα ντοκουμέντα που συγκεντρώθηκαν από την έρευνα. Αναμένεται να διαβιβαστεί τα επόμενα 24ωρα στην αρμόδια Λιμενική Αρχή και στη συνέχεια στον εισαγγελέα, καθώς η υπόθεση έχει πλέον σαφή ποινική διάσταση.

Η ανεύρεση ενός USV με εκρηκτικό φορτίο, στρατιωτικά χαρακτηριστικά και ενδείξεις επιχειρησιακής αποστολής σε ελληνική θαλάσσια περιοχή δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως απλό περιστατικό εντοπισμού υλικού στη θάλασσα.

Αποτελεί αντικείμενο πλήρους δικαστικής διερεύνησης, αλλά ταυτόχρονα και υπόθεση με σοβαρό επιχειρησιακό και τεχνολογικό ενδιαφέρον για τις Ένοπλες Δυνάμεις.

Τα ευρήματα που έδειξαν Ουκρανία

Η ταυτοποίηση του drone δεν έγινε με βάση μία μόνο ένδειξη, Αντιθέτως, η έρευνα βασίστηκε στη συνδυαστική αξιολόγηση πολλών τεχνικών και υλικών ευρημάτων.

Οι σειριακοί αριθμοί που εντοπίστηκαν σε δορυφορικά συστήματα επικοινωνίας, οι μονάδες που χρησιμοποιούνταν για τη μετάδοση δεδομένων, η αρχιτεκτονική των ηλεκτρονικών, οι διαμορφώσεις στο λογισμικό και οι σημειώσεις στο εσωτερικό του σκάφους οδήγησαν τα εξειδικευμένα στελέχη σε σαφές συμπέρασμα για την ουκρανική ταυτότητα της πλατφόρμας.

Όλα τα ευρήματα σε συνδυασμό με τα ηλεκτρονικά ίχνη, φέρονται να αποτέλεσαν ένα από τα στοιχεία που ενίσχυσαν την εικόνα ότι το drone δεν ήταν ιδιοκατασκευή άγνωστης προέλευσης, ούτε τυχαία συναρμολογημένο μέσο από εμπορικά διαθέσιμα υλικά, αλλά πλατφόρμα με συγκεκριμένη επιχειρησιακή λογική.

Η ύπαρξη ουκρανικών και ρωσικών γραπτών ενδείξεων στο εσωτερικό του, σε ένα περιβάλλον όπου τα δύο αυτά γλωσσικά στοιχεία συνυπάρχουν συχνά σε τεχνικές και επιχειρησιακές διαδικασίες, λειτούργησε ως ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ της ταυτοποίησης.

Η εξέταση στη ΔΥΚ

Η επιλογή να μεταφερθεί το drone στις εγκαταστάσεις της Διοίκησης Υποβρυχίων Καταστροφών μόνο τυχαία δεν ήταν. Η ΔΥΚ διαθέτει στελέχη με εξειδικευμένη γνώση σε μέσα ειδικών ναυτικών επιχειρήσεων, σε εκρηκτικά, σε ανορθόδοξες απειλές από τη θάλασσα και σε τεχνικές διαδικασίες ασφαλούς προσέγγισης και αξιολόγησης επικίνδυνων αντικειμένων.

Το συγκεκριμένο USV δεν ήταν ένα απλό σκάφος, αλλά μια πλατφόρμα η οποία μπορούσε να φέρει ενεργό εκρηκτικό φορτίο, συστήματα πυροδότησης, παγιδεύσεις, ηλεκτρονικές διατάξεις αυτοκαταστροφής ή μηχανισμούς που απαιτούσαν απόλυτη προσοχή.

Για τον λόγο αυτό, η εξέταση έγινε με ιδιαίτερα αυστηρά πρωτόκολλα. Πρώτα έπρεπε να διασφαλιστεί ότι το drone μπορούσε να εξεταστεί χωρίς κίνδυνο για το προσωπικό. Στη συνέχεια, τα στελέχη προχώρησαν σε πλήρη χαρτογράφηση της πλατφόρμας.

Εξετάστηκε η γάστρα, ο τρόπος κατασκευής, τα υλικά, η στεγανοποίηση, η διάταξη των εσωτερικών διαμερισμάτων, η θέση του εκρηκτικού φορτίου, τα συστήματα πρόωσης, η παροχή ενέργειας, οι κεραίες, οι κάμερες, οι δορυφορικές μονάδες, οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές αποστολής και τα αποθηκευτικά μέσα.

Η διαδικασία αυτή είχε διπλό σκοπό. Από τη μία πλευρά, να δοθούν απαντήσεις για τη συγκεκριμένη υπόθεση και να σχηματιστεί φάκελος με τεχνικά τεκμήρια.

Από την άλλη, να αξιοποιηθεί το drone ως πραγματικό επιχειρησιακό δείγμα, ώστε οι Ένοπλες Δυνάμεις να αντλήσουν γνώση για τις δυνατότητες, τις αδυναμίες και τη φιλοσοφία σχεδίασης τέτοιων μέσων.

Το διπλό δορυφορικό σύστημα

Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της έρευνας αφορά τα συστήματα επικοινωνίας. Το drone φέρεται να έφερε διπλό δορυφορικό σύστημα, στοιχείο που δείχνει ότι η πλατφόρμα είχε σχεδιαστεί για αποστολές μεγάλης απόστασης, πέρα από τον ορίζοντα και εκτός απλής ραδιοζεύξης.

Η ύπαρξη διπλής δορυφορικής διασύνδεσης ενισχύει την εκτίμηση ότι το USV δεν προοριζόταν για περιορισμένη τοπική χρήση, αλλά για επιχειρήσεις στις οποίες ο χειριστής θα μπορούσε να λαμβάνει εικόνα και να δίνει εντολές σε πραγματικό χρόνο από μεγάλη απόσταση. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την ανάλυση της πιθανής αποστολής.

Ένα USV που κινείται με δορυφορική καθοδήγηση μπορεί να ακολουθήσει προκαθορισμένη πορεία, να διορθώσει διαδρομή, να μεταδώσει εικόνα από κάμερες, να εντοπίσει στόχο και να κατευθυνθεί στην τελική φάση κρούσης με τηλεχειρισμό ή ημιαυτόνομη λειτουργία.

 Η διπλή διάταξη αυξάνει την αξιοπιστία, καθώς προσφέρει εφεδρεία σε περίπτωση απώλειας σύνδεσης, δυσλειτουργίας ή παρεμβολής.

Τα στελέχη που εξέτασαν το drone αναζήτησαν στα συστήματα αυτά σειριακούς αριθμούς, ημερομηνίες ενεργοποίησης, ίχνη σύνδεσης, πιθανές καταγραφές τηλεμετρίας και στοιχεία που μπορούν να δείξουν πότε και πώς χρησιμοποιήθηκε.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, ακόμη και η ελάχιστη πληροφορία μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική. Ένα αναγνωριστικό συσκευής, μια προσπάθεια σύνδεσης, μια αποθηκευμένη ρύθμιση ή ένας λογαριασμός πρόσβασης μπορεί να συνδέσει την πλατφόρμα με συγκεκριμένη γραμμή παραγωγής, ομάδα χειρισμού ή δίκτυο υποστήριξης.

Η πιθανή αποστολή στην Αδριατική

Το πιο ενδιαφέρον επιχειρησιακό συμπέρασμα που προκύπτει από την έρευνα είναι ότι το drone φέρεται να είχε πιθανότατα ως στόχο νηοπομπή του ρωσικού στόλου στην περιοχή της Αδριατικής.

Πρόκειται για εκτίμηση με ιδιαίτερο βάρος, καθώς μεταφέρει τη συζήτηση από ένα μεμονωμένο εύρημα στο Ιόνιο σε ένα ευρύτερο επιχειρησιακό πλαίσιο, το οποίο συνδέεται με τις θαλάσσιες μετακινήσεις ρωσικών μονάδων, τη διεύρυνση του πεδίου δράσης των ουκρανικών μη επανδρωμένων μέσων και τη δυνατότητα τέτοιων πλατφορμών να εμφανίζονται σε περιοχές μακριά από τη Μαύρη Θάλασσα.

Αν η εκτίμηση αυτή επιβεβαιωθεί πλήρως από τα δεδομένα πλεύσης και τα ηλεκτρονικά ίχνη, τότε το drone της Λευκάδας δεν ήταν ένα μέσο που βρέθηκε τυχαία σε ελληνικά νερά, αλλά μια πλατφόρμα που:

  • είτε έχασε τον έλεγχο κατά τη διάρκεια πραγματικής αποστολής
  • είτε εκτράπηκε από την πορεία της
  • είτε εγκαταλείφθηκε επιχειρησιακά αφού απέτυχε να φτάσει στον στόχο της.

Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι ένα τέτοιο μέσο κατέληξε στη Λευκάδα αναδεικνύει την πολυπλοκότητα του σύγχρονου ναυτικού πολέμου, όπου μικρές μη επανδρωμένες πλατφόρμες μπορούν να κινηθούν σε μεγάλες αποστάσεις και να δημιουργήσουν ζητήματα ασφάλειας σε χώρες που δεν αποτελούν άμεσο πεδίο της σύγκρουσης.

Η Αδριατική, με τη γεωγραφική της θέση και τη σύνδεσή της με σημαντικές θαλάσσιες οδούς, μπορεί να αποκτήσει ειδικό ενδιαφέρον για την παρακολούθηση ή προσβολή μονάδων που κινούνται μεταξύ Μεσογείου και ευρύτερης περιοχής επιχειρήσεων.

Ένα USV αυτού του τύπου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για προσέγγιση νηοπομπής, αιφνιδιαστική κρούση, αποστολή παρενόχλησης ή ακόμη και για συλλογή εικόνας πριν από την τελική ενέργεια.

Το ενδεχόμενο να υπάρχουν και άλλα USV στην περιοχή

Ένα ακόμη ζήτημα που απασχολεί πλέον τις αρμόδιες υπηρεσίες είναι το ενδεχόμενο το συγκεκριμένο USV να μην ήταν το μοναδικό μη επανδρωμένο σκάφος που κινήθηκε ή εξακολουθεί να κινείται στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή.

Η φύση τέτοιων επιχειρήσεων, ειδικά όταν αφορούν πιθανή προσβολή νηοπομπής ή πλοίων υψηλής αξίας, δεν αποκλείει τη χρήση περισσότερων του ενός USV, είτε ως σμήνος είτε ως ανεξάρτητες πλατφόρμες που εκκινούν με κοινό επιχειρησιακό σκοπό αλλά διαφορετικές διαδρομές προσέγγισης.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, το USV που εντοπίστηκε στη Λευκάδα μπορεί να ήταν ένα από τα μέσα που έχασαν επαφή με τον χειριστή, παρουσίασαν τεχνική δυσλειτουργία, παρέκκλιναν από την προγραμματισμένη πορεία ή παρασύρθηκαν από τα ρεύματα και τους ανέμους. Αυτό σημαίνει ότι οι ελληνικές αρχές δεν μπορούν να περιορίσουν την αξιολόγηση μόνο στο συγκεκριμένο εύρημα.

Αντιθέτως, η υπόθεση υποχρεώνει σε ευρύτερη επιτήρηση και αυξημένη επαγρύπνηση στο Ιόνιο, στις θαλάσσιες προσβάσεις προς την Αδριατική, αλλά και σε περιοχές όπου κινούνται εμπορικά πλοία, δεξαμενόπλοια, ιδιωτικά σκάφη και μονάδες με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Το ενδεχόμενο ύπαρξης και άλλων USV, ακόμη και αν θεωρείται δύσκολο να επιβεβαιωθεί άμεσα, δεν μπορεί να αποκλειστεί χωρίς συστηματικό έλεγχο.

Και αυτό διότι ένα μη επανδρωμένο σκάφος επιφανείας μπορεί να παραμείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα σε θαλάσσιο περιβάλλον, να κινείται με χαμηλή ταχύτητα, να παρασύρεται ακυβέρνητο ή να εμφανιστεί ξαφνικά πολύ μακριά από την αρχική του περιοχή δράσης.

Η περίπτωση της Λευκάδας λειτουργεί, επομένως, ως προειδοποίηση ότι η έρευνα δεν πρέπει να απαντήσει μόνο στο τι ήταν το συγκεκριμένο drone, αλλά και στο αν αποτελούσε μέρος ευρύτερης επιχειρησιακής δραστηριότητας.

Η δυσκολία εντοπισμού σε ανοιχτές και νησιωτικές θάλασσες

Η ανίχνευση και ο εντοπισμός τέτοιων USV αποτελεί εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση, ειδικά σε περιοχές όπως το Ιόνιο, η Αδριατική και κατ’ επέκταση το Αιγαίο, όπου το θαλάσσιο περιβάλλον είναι σύνθετο, οι αποστάσεις μεγάλες, η εμπορική και ιδιωτική ναυσιπλοΐα πυκνή και το φυσικό ανάγλυφο δημιουργεί πολλαπλά «τυφλά» σημεία.

Τα USV έχουν πολύ χαμηλό ίχνος, μικρό ύψος πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, περιορισμένη θερμική υπογραφή και μπορούν να συγχέονται με μικρά ταχύπλοα, πλωτά αντικείμενα, σημαδούρες, αλιευτικά μέσα ή ακόμη και με κυματισμούς και επιστροφές θορύβου στα ραντάρ.

Σε συνθήκες κακοκαιρίας, νύχτας, έντονου κυματισμού ή αυξημένης θαλάσσιας κίνησης, η δυσκολία πολλαπλασιάζεται.

Ακόμη και σύγχρονα συστήματα επιτήρησης, ραντάρ επιφανείας, θερμικές κάμερες, παράκτιοι σταθμοί και εναέρια μέσα δεν είναι πάντα εύκολο να διακρίνουν έγκαιρα ένα μικρό USV, ιδίως αν αυτό κινείται αργά, με διακοπές, χωρίς ισχυρή εκπομπή ή με τρόπο που δεν παραπέμπει άμεσα σε απειλή.

Αυτό ακριβώς είναι και το επιχειρησιακό πλεονέκτημα των συγκεκριμένων μέσων. Δεν στηρίζονται μόνο στην ταχύτητα ή στο εκρηκτικό φορτίο τους, αλλά κυρίως στην ικανότητά τους να πλησιάζουν χαμηλά, αθόρυβα και σχεδόν αόρατα μέσα σε ένα περιβάλλον γεμάτο φυσικό και τεχνητό θόρυβο.

Για την Ελλάδα, το συμπέρασμα είναι κρίσιμο. Η προστασία λιμένων, ναυστάθμων, αγκυροβολίων, κρίσιμων υποδομών και μονάδων του Στόλου απαιτεί πλέον πολυεπίπεδη επιτήρηση, συνδυασμό αισθητήρων, ταχεία ανταλλαγή εικόνας, χρήση drones, περιπολιών, ηλεκτροοπτικών μέσων και διαδικασιών άμεσης αντίδρασης.

Διότι ένα USV μπορεί να εντοπιστεί όταν είναι ήδη πολύ κοντά στον στόχο του. Και τότε τα χρονικά περιθώρια αντίδρασης περιορίζονται δραματικά.

Ο φάκελος προς Λιμενικό και εισαγγελέα

Η σύνταξη πλήρους φακέλου από τα εξειδικευμένα στελέχη του ΓΕΕΘΑ αποτελεί το επόμενο κρίσιμο βήμα. Ο φάκελος αυτός δεν είναι απλώς μια τεχνική αναφορά. Είναι το σύνολο των στοιχείων που θα χρησιμοποιηθούν από τις αρμόδιες αρχές για τη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης.

Περιλαμβάνει φωτογραφικό υλικό, τεχνικές περιγραφές, καταγραφή εξαρτημάτων, σειριακούς αριθμούς, ευρήματα από τα ηλεκτρονικά, στοιχεία από το λογισμικό, εκτιμήσεις για την προέλευση, περιγραφή του εκρηκτικού φορτίου και αξιολόγηση της επικινδυνότητας.

Η διαβίβαση στην αρμόδια Λιμενική Αρχή και στον εισαγγελέα είναι απαραίτητη, καθώς η υπόθεση αφορά ανεύρεση επικίνδυνου αντικειμένου με εκρηκτική ύλη και πιθανή σύνδεση με πολεμική ενέργεια εκτός ελληνικής επικράτειας, η οποία όμως είχε κατάληξη σε ελληνική θαλάσσια περιοχή.

Το νομικό σκέλος είναι σύνθετο, διότι πρέπει να εξεταστούν ζητήματα ασφάλειας ναυσιπλοΐας, παράνομης μεταφοράς ή παρουσίας εκρηκτικού μηχανισμού, πιθανής διακινδύνευσης ανθρωπίνων ζωών, αλλά και διεθνών διαστάσεων.

Για τις ελληνικές αρχές, το σημαντικό είναι ότι πλέον δεν κινούνται στο επίπεδο των υποθέσεων καθώς υπάρχουν ευρήματα και τεχνικές ενδείξεις και αυτό σημαίνει ότι η υπόθεση περνά από τη φάση της αρχικής αξιολόγησης στη φάση της επίσημης τεκμηρίωσης.

Το reverse engineering ως ευκαιρία γνώσης

Πέρα από τη δικαστική και επιχειρησιακή διάσταση, το drone της Λευκάδας αποτελεί για τις Ένοπλες Δυνάμεις μια σπάνια ευκαιρία τεχνολογικής αξιοποίησης. Η διαδικασία του reverse engineering δεν σημαίνει απλώς αντιγραφή ενός ξένου συστήματος. Σημαίνει ανάλυση, κατανόηση, αξιολόγηση και μετατροπή ενός πραγματικού επιχειρησιακού δείγματος σε γνώση.

Μέσα από την αποσυναρμολόγηση και τη μελέτη του USV, τα ελληνικά επιτελεία μπορούν να κατανοήσουν πώς είναι δομημένη μια σύγχρονη πλατφόρμα θαλάσσιας κρούσης. Πώς συνδυάζεται η πρόωση με την αυτονομία. Πώς επιτυγχάνεται η σταθερότητα στην πλεύση. Πώς προστατεύονται τα ηλεκτρονικά από το νερό και τους κραδασμούς. Πώς λειτουργεί η δορυφορική επικοινωνία. Πώς μεταδίδεται η εικόνα. Πώς γίνεται η μετάβαση από την πορεία προς τον στόχο στην τελική φάση προσβολής. Και κυρίως, πού βρίσκονται τα τρωτά σημεία.

Αυτή η γνώση μπορεί να αξιοποιηθεί σε δύο κατευθύνσεις. Η πρώτη αφορά την άμυνα απέναντι σε αντίστοιχες απειλές. Δηλαδή την ανάπτυξη διαδικασιών έγκαιρου εντοπισμού μικρών θαλάσσιων στόχων, την προστασία λιμένων, ναυστάθμων, αγκυροβολίων, κρίσιμων υποδομών και μονάδων επιφανείας.

Η δεύτερη αφορά την εγχώρια ανάπτυξη ελληνικών USV. Η μελέτη ενός πραγματικού συστήματος που έχει σχεδιαστεί για επιχειρησιακή χρήση μπορεί να προσφέρει πολύτιμα συμπεράσματα για το τι λειτουργεί, τι αποτυγχάνει, τι είναι φθηνό αλλά αποτελεσματικό και ποια τεχνολογικά σημεία χρειάζονται προσοχή.

Μάθημα για το Αιγαίο

Η υπόθεση δεν αφορά μόνο τη Λευκάδα αλλά το σύνολο του ελληνικού θαλάσσιου χώρου. Το Αιγαίο, με την πυκνότητα νησιών, στενών, διαύλων, λιμένων και στρατιωτικών εγκαταστάσεων, αποτελεί περιβάλλον όπου τα μικρά μη επανδρωμένα σκάφη επιφανείας μπορούν να αποκτήσουν ιδιαίτερη σημασία.

Tο ίδιο ισχύει και για το Ιόνιο, όπου υπάρχουν κρίσιμες γραμμές ναυσιπλοΐας, ενεργειακές υποδομές, εμπορική κίνηση και θαλάσσιες προσβάσεις προς την Αδριατική και τη Μεσόγειο.

Η εμπειρία από τον πόλεμο στην Ουκρανία έχει δείξει ότι τα USV δεν είναι πλέον πειραματικά μέσα. Είναι επιχειρησιακά εργαλεία που μπορούν να προκαλέσουν απώλειες, να καθηλώσουν στόλους, να αναγκάσουν μεγάλες ναυτικές δυνάμεις να αλλάξουν δόγμα και να δημιουργήσουν νέες ανάγκες προστασίας.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να αγνοήσει αυτή την πραγματικότητα. Αντιθέτως, κάθε περιστατικό πρέπει να μετατρέπεται σε μάθημα.

Το USV που βρέθηκε στη Λευκάδα δείχνει ότι η τεχνολογία αυτή μπορεί να εμφανιστεί ξαφνικά σε περιοχές όπου δεν αναμένεται. Μπορεί να χαθεί από τον έλεγχο του χειριστή του, να παρασυρθεί, να συνεχίσει αυτόνομα ή να καταλήξει σε ακτές και θαλάσσιες περιοχές τρίτων χωρών.

Αυτό σημαίνει ότι η επιτήρηση δεν μπορεί να βασίζεται μόνο σε κλασικές απειλές. Χρειάζονται αισθητήρες, διαδικασίες, μέσα άμεσης αντίδρασης, ηλεκτρονικά αντίμετρα και εκπαίδευση προσωπικού για την αναγνώριση και εξουδετέρωση τέτοιων συστημάτων.

*Του Κώστα Σαρικά για το OnAlert.gr


Πηγή