Η φωνή, η κίνηση, το βλέμμα, το μπρίο και εκείνη η μοναδική αίσθηση αυτοπεποίθησης αρκούσαν για να γεμίσει την οθόνη.

Πίσω όμως από τη λαμπερή εικόνα της σταρ υπήρχε μια γυναίκα που χρειάστηκε να δώσει πολλές μάχες για να κερδίσει την προσωπική της ελευθερία.

Ο πατέρας της έφυγε από το σπίτι όταν εκείνη ήταν μόλις 8 ετών. Μεγάλωσε σε ένα αυστηρό οικογενειακό περιβάλλον, με μια πολύ αυστηρή μητέρα και μια Γερμανίδα νταντά.

Η ίδια είχε μιλήσει με αφοπλιστική ειλικρίνεια για τα παιδικά της χρόνια: «Ήμουν ένα παιδί καταπιεσμένο από τη φαμίλια, από τη Γερμανίδα νταντά, από μία μαμά πολύ αυστηρή».

Η μεγάλη της επανάσταση ήρθε στα 28 της.

Όταν απέκτησε οικονομική ανεξαρτησία, νοίκιασε το δικό της σπίτι, αγόρασε αυτοκίνητο και έφυγε από το πατρικό της. «Απερίγραπτο συναίσθημα να ανοίγεις την πόρτα του δικού σου σπιτιού», είχε περιγράψει.

«Η ανεξαρτησία, η αυτοτέλεια, η αυτονομία είναι ωραίο πράγμα, είναι μαγεία. Ειδικά όταν έχεις στερηθεί τόσο πολύ», είχε πει.

«Ήμουν πάντα ο άντρας της ζωής μου»

Η Μαίρη Χρονοπούλου έζησε και αγάπησε με τους δικούς της όρους.

«Ήμουν πάντα ο άντρας της ζωής μου», έλεγε χαρακτηριστικά.

Γεύτηκε τον έρωτα, έκανε σχέσεις, αρραβωνιάστηκε, παντρεύτηκε, αλλά ποτέ δεν άφησε τον εαυτό της να χαθεί μέσα σε μια σχέση.

Ανάμεσα στους άνδρες που πέρασαν από τη ζωή της ήταν ο Ανδρέας Μπάρκουλης, με τον οποίο είχε αρραβωνιαστεί, ενώ το 1975 παντρεύτηκε τον τότε δήμαρχο Σπάτων και μετέπειτα βουλευτή Δημήτρη Μπότσαρη.

Ο γάμος, ωστόσο, δεν κράτησε για πολύ. «Ήθελα να μαζευτώ στον πύργο μου, σε ένα τεράστιο σπίτι. Γύρευα να φύγω από το περιβάλλον που είχα ζήσει, να γίνω νοικοκυρά», είχε πει για εκείνη την περίοδο.

Για τους άνδρες και τις σχέσεις της μιλούσε πάντα χωρίς φόβο και χωρίς να απολογείται.

«Δεν έχω χαριστεί σε κανέναν. Ούτε σε εκδότη, ούτε σε παραγωγό», είχε δηλώσει.

Και αν υπήρχε ένας άνδρας που ξεχώριζε στη ζωή της όχι ως έρωτας αλλά ως βαθιά σχέση ζωής, αυτός ήταν ο Νίκος Κούρκουλος.

Η φιλία τους ήταν μακροχρόνια και βαθιά. Η ίδια έβλεπε στο πρόσωπό του κάτι από τον πατέρα και τον αδελφό που θα ήθελε να είχε στη ζωή της.

«Ήμασταν αδέρφια. Μου παρείχε προστασία, σκοτωνόταν για εμένα και το είχα ανάγκη αυτό», είχε εξομολογηθεί.

Η ζωή, όμως, δεν της χάρισε μόνο επιτυχίες.

Το 1999 ένα σοβαρό τροχαίο ατύχημα άλλαξε δραματικά την καθημερινότητά της και της άφησε σοβαρά κινητικά προβλήματα.

Χρόνια αργότερα, το 2020, κόντεψε να καεί ζωντανή μέσα στο σπίτι της. Η φωτιά στο σπίτι της θα την οδηγήσει ξανά στο νοσοκομείο, αυτή τη φορά με σοβαρά εγκαύματα και μια μακρά περίοδο αποκατάστασης. Η ίδια περιέγραψε το τι πέρασε:

«Έσκυψα να δω πάνω από ένα κερί, άρπαξε φωτιά η μπλούζα και με έκαψε ολόκληρη. Έκανα 11 εγχειρήσεις. Τέτοιοι πόνοι, να θες να πεθάνεις και να μην πεθαίνεις», είπε η Μαίρη Χρονοπούλου.

Την 1η Οκτωβρίου 2023 η Μαίρη Χρονοπούλου βρέθηκε στο πάτωμα του σπιτιού της στην Παιανία από την οικιακή της βοηθό. Πέντε ημέρες αργότερα κατέληξε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός».

Συγγενείς και στενοί φίλοι είπαν το τελευταίο «αντίο» με ένα μεγάλο «πάρτι» στο σπίτι της στην Παιανία και αμέσως μετά έγινε και η αποτέφρωσή της στη Ριτσώνα. Όπως ακριβώς είχε ζητήσει.

«Έτσι θα είναι το δικό μου “φινάλε”, το τελευταίο μου “πάρτι”. Χωρίς φέρετρο, όλα λευκά. Κανείς δεν θα ξέρει που θα βρίσκομαι. Το τελευταίο «πάρτι» μου έχει άλλο πλάνο. Η καύση είναι ένας εξαγνισμός!» έγραφε η σχετική ανακοίνωση για την τελευταία επιθυμία της Μαίρης Χρονοπούλου.

Σχεδόν δύο χρόνια αργότερα η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο τμήμα ανθρωποκτονιών, προκειμένου να ερευνηθούν οι ακριβείς συνθήκες του θανάτου της.



Πηγή