Αυτή την εβδομάδα ο Σπάικ Λι ίσως στην καλύτερη ταινία της καριέρας του τα βάζει με τον Ντόναλντ Τραμπ και καταγγέλλει με βιτριολικό χιούμορ τον ρατσισμό.

Ο Λοράν Καντέ από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού βάζει στο στόχαστρο την ακροδεξιά, ενώ ένα ιδιαίτερο αστυνομικό θρίλερ λαμβάνει χώρα αποκλειστικά στον ψηφιακό κόσμο.

Η Παρείσφρηση (BlacKkKlansman)
Σκηνοθεσία: Σπάικ Λι
Παίζουν: Τζον Ντέιβιντ Γουόσινγκτον, Aνταμ Ντράιβερ, Τόφερ Γκρέις, Λόρα Χάριερ

Βρισκόμαστε στη δεκαετία του ’70, σε μια περίοδο έντονης κοινωνικής αναταραχής στην Αμερική, καθώς η μάχη για τα κοινωνικά δικαιώματα και οι φυλετικές διακρίσεις κορυφώνονται.
Ο Ρον Στάλγουορθ γίνεται ο πρώτος Αφροαμερικανός ντετέκτιβ στο αστυνομικό τμήμα του Κολοράντο Σπρινγκς, όμως η άφιξή του αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό και εχθρότητα από τους λευκούς συναδέλφους του.

Η φήμη του νεόκοπου ντετέκτιβ στους αστυνομικούς κύκλους είναι καλή, χάρη στην πετυχημένη παρακολούθηση των συναντήσεων της οργάνωσης των Μαύρων Πανθήρων. Απτόητος, ο Στάλγουορθ δεν μένει εκεί και αποφασίζει να κάνει τη διαφορά, για το καλό της κοινότητάς του. Με πολύ θάρρος λοιπόν αναλαμβάνει μια δύσκολη αποστολή, που ακόμα και σήμερα φαντάζει αδιανόητη: να παρεισφρήσει στη ρατσιστική οργάνωση της Κου Κλουξ Κλαν.

Ο Σπάικ Λι («Κάνε Το Σωστό», «Η 25η Ώρα» ) εμπνέεται από την απίθανη ιστορία ενός Aφροαμερικανού αστυνομικού που κατάφερε να διεισδύσει στους κόλπους της Κου Κλουξ Κλαν και φτιάχνει την καλύτερη ταινία της καριέρας του, μια καυστική μαύρη κωμωδία, αποσπώντας το μεγάλο Βραβείο στο φεστιβάλ των Καννών.

Ο Ρον Στάλγουορθ υπήρξε μια σημαντική περίπτωση, καθώς ήταν ο πρώτος Aφροαμερικανός αστυνομικός που κατάφερε να μπει στα άδυτα της Κου Κλουξ Κλαν. O ίδιος εργαζόταν στο αστυνομικό τμήμα του Κολοράντο Σπρινγκς κι έχει διακριθεί παρακολουθώντας τους Mαύρους Pάνθηρες. Τυχαία μια μέρα ανακάλυψε στην εφημερίδα ένα κωδικοποιημένο μήνυμα της Kου Κλουξ Κλαν (τα τρία Κ στον τίτλο δημιουργούν ένα εύστοχο λογοπαίγνιο), με το οποίο προσπαθούσαν να στρατολογήσουν νέα μέλη. Έτσι ο Στάλγουορθ επικοινωνεί τηλεφωνικά με τον Ντέιβιντ Ντιούκ, τον « Μέγα Μαγίστρο», όπως τον αποκαλούσαν, του παρουσιάζεται ως λευκός και ρατσιστής, και σύντομα κερδίζει τον σεβασμό του. Η παράδοξη αυτή αστυνομική έρευνα, περιπλέκεται ακόμα περισσότερο, όταν ο Φίλιπ Ζίμερμαν, ένας Εβραίος αστυνομικός, καλείται να υποδυθεί τον Στάλγουορθ, ώστε να λάβει μέρος στις συναντήσεις της οργάνωσης και να αποσπάσει περισσότερες πληροφορίες γύρω από την επικείμενη δολοφονική ενέργεια που σχεδιάζουν.

Έναν χρόνο μετά από τα θλιβερά γεγονότα στο Σάρλοτσβιλ της Βιρτζίνια και την πολιτική αντιμετώπιση της ρεπουμπλικανικής ηγεσίας, ο Σπάικ Λι επιστρέφει πιο οργισμένος από ποτέ, αλλά ταυτόχρονα βιτριολικά καυστικός, με μια ταινία- γροθιά στον ρατσισμό και στην ακροδεξιά. Με όπλο του ένα παράλογο χιούμορ, ο δημιουργός αποκαθηλώνει και γελοιοποιεί τους υποστηρικτές ανάλογων ιδεολογιών, ενώ φροντίζει να τους τοποθετήσει σε ένα τυπικά μικροαστικό περιβάλλον, δηλώνοντας εμμέσως πλην σαφώς ότι αυτοί οι επικίνδυνοι τύποι με τις κουκούλες ουσιαστικά ζουν ανάμεσά μας. Ταυτόχρονα όμως δεν αφήνει ασχολίαστο και το γεγονός ότι ο ρατσισμός έχει κι άλλες μορφές πιο ύπουλες, που φροντίζει να τις υπενθυμίζει με μικρές λεπτομέρειες. Ενδεικτικές είναι οι σκηνές που περιγράφουν πώς οι κατά τα άλλα φιλελεύθεροι λευκοί συνάδελφοι αντιμετωπίζουν τον Στάλγουορθ ως κατώτερό τους.

Χρησιμοποιώντας τα μακράς διάρκειας πλάνα που αγαπάει, επενδύοντας σε μια εξαιρετική αναπαράσταση της εποχής και δημιουργώντας έναν σπιντάτο ρυθμό, ο Λι μιλάει για ένα σκοτεινό θέμα με σοκαριστικό χιούμορ και κατακεραυνώνει τις τακτικές του Αμερικανού Προέδρου, τον οποίο έχει μια ξεκάθαρη αναφορά στο τέλος της ταινίας, όπου παρουσιάζει διάφορα ντοκουμέντα από πρόσφατα γεγονότα, κάνοντας σαφή τον συσχετισμό των δυο περιόδων που αντιπαραβάλλει.

Ο νεαρός Τζον Ντέιβιντ Γουόσινγκτον, γιος του Ντένζελ Γουόσινγκτον βαδίζει στα χνάρια του πατέρα του με μια στιλάτη ερμηνεία και μαζί με τον Άνταμ Ντράιβερ, αποτελούν αχτύπητο δίδυμο, ενώ σε μια συγκινητική σκηνή, εμφανίζεται κι ο θρυλικός μουσικός και ακτιβιστής, Χάρι Μπελαφόντε.


Το Ατελιέ (L’Atelier/The workshop)
Σκηνοθεσία: Λοράν Καντέ
Παίζουν: Μαρίνα Φόις, Ματιέ Λουτσί, Γουάρντα Ραμάς, Ισαμ Ταλμπί, Φλοριάν Μποζάν, Μαμαντού Ντουμπιά

Σε μια κωμόπολη της νότιας Γαλλίας, ο Αντουάν αποφασίζει να παρακολουθήσει ένα θερινό εργαστήριο δημιουργικής γραφής. Εκεί, μια ομάδα νέων ανθρώπων έχει επιλεγεί για να γράψει ένα αστυνομικό μυθιστόρημα με τη βοήθεια της Ολίβια, μιας διάσημης συγγραφέως. Η δημιουργική διαδικασία θα ανασύρει ιστορίες για το βιομηχανικό παρελθόν και το κλειστό ναυπηγείο της πόλης, κάτι που αφήνει τον Αντουάν παγερά αδιάφορο. Ο νεαρός άντρας σύντομα συγκρούεται με την ομάδα αλλά και την Ολίβια, η οποία δείχνει θορυβημένη και ταυτόχρονα γοητευμένη από τη βίαιη φύση του.

Ο Λοράν Καντέ («Ανάμεσα στους Τοίχους») στην πέμπτη του συνεργασία με τον Ρομπέν Καμπιγιό στο σενάριο ( «120 χτύποι το λεπτό») φτιάχνουν το πορτρέτο της σύγχρονης γαλλικής νεολαίας σε ένα άνισο, αν και με καλές στιγμές, κοινωνικό θρίλερ.

Μια διάσημη συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων καταφτάνει σε μια επαρχιακή πόλη της Γαλλίας, προκειμένου να συντονίσει ένα εργαστήριο δημιουργικής γραφής. Οι μαθητές τη είναι άνεργοι νέοι, που τους χωρίζουν φυλετικές και θρησκευτικές διαφορές. Όμως πρέπει να δουλέψουν ομαδικά για να δημιουργήσουν από κοινού ένα μυθιστόρημα. Το θέμα που επιλέγουν είναι τα ναυπηγεία της πόλης που πλέον έχουν κλείσει. Ένας από τους συμμετέχοντες ο Αντουάν, που οι φίλοι του ανήκουν σε ακροδεξιούς κύκλους, έχει αντιρρήσεις και συχνά έρχεται σε προστριβές με τους μουσουλμάνους και Άραβες συμμαθητές του, γεγονός που κινεί το ενδιαφέρον της Ολίβια, η οποία προσπαθεί να καταλάβει τον τρόπο σκέψης του και να αποκωδικοποιήσει τι οδηγεί έναν νέο άνθρωπο σε ανάλογες απόψεις και ιδεολογίες, ενώ ταυτόχρονα μοιάζει να γοητεύεται από αυτή τη σκοτεινή του πλευρά, αν και δεν την ασπάζεται.

Σε μια περίοδο όπου η Λεπέν και το ακροδεξιό κόμμα ανεβαίνουν ολοένα στηΓαλλία, ιδίως μετά από μια σειρά τρομοκρατικές επιθέσεις, ο Καντέ προτείνει την εκπαίδευση ως μοναδική λύση στο πρόβλημα που διχάζει τη γαλλική κοινωνία, και προσπαθεί να περιγράψει τι οδηγεί τους νέους στον φανατισμό. Ταυτόχρονα καταγράφοντας την πραγματικότητα της πόλης που παρακμάζει, εντοπίζει τη ρίζα του προβλήματος στην οικονομική κρίση.

Ο Καντέ ουσιαστικά χωρίζει την ταινία του σε δυο μέρη: το ένα αφορά στο πώς η ομάδα έρχεται σε επαφή με την ιστορία του εγκαταλελειμμένου πια ναυπηγείου, το δεύτερο στη σχέση της Ολίβια με τον Αντουάν. Όμως η σύνδεσή τους είναι απλοϊκή κι εύκολη, όπως και η όλη αντιμετώπιση του θέματος. Έτσι έχουμε την χαμένη ευκαιρία μιας συνεργασίας δυο καλών σκηνοθετών- του Καντέ και του Καμπιγιό – που καταλήγει σε μια υποτονική ταινία, με ένα αρκετά παρωχημένο φινάλε, που δεν καταφέρνει να αποκτήσει μια πιο οικουμενική χροιά, αλλά μένει αυστηρά εγκλωβισμένη στα όρια της γαλλικής κοινωνίας.
Επίσης το γεγονός ότι ο Καντέ επιλέγει ερασιτέχνες ηθοποιούς- εκτός από την Μαρίνα Φόις που υποδύεται με μέτρο την Ολίβια- δεν βοηθάει, αφού οι ερμηνείες τους δύσκολα καταφέρνουν να ξεπεράσουν το πρώτο επίπεδο και να προσδώσουν μεγαλύτερο βάθος στο όλο εγχείρημα.

Tι θα πει ο κόσμος (Hva Vil Folk Si/ What will people say)
Σκηνοθεσία: Ιράμ Χακ
Παίζουν: Μαρία Μοζχντάχ, Αντίλ Χουσεΐν, Εκαβαλί Κάνα

H δεκαεξάχρονη Nίσα ζει διπλή ζωή. Στο σπίτι, με την οικογένειά της, είναι η τέλεια Πακιστανή κόρη. Έξω, παρέα με τους φίλους της, είναι μια συνηθισμένη Νορβηγή έφηβος. Όταν ο πατέρας της την ανακαλύπτει στο κρεβάτι με τον φίλο της, οι δύο κόσμοι της Nίσα συγκρούονται βίαια. Οι γονείς της αποφασίζουν να την τιμωρήσουν για παραδειγματισμό: την απαγάγουν και την πάνε στο Πακιστάν για να μείνει εκεί με συγγενείς της οικογένειας. Σε μια χώρα που της είναι τελείως ξένη, η νεαρή κοπέλα αναγκάζεται να προσαρμοστεί στην κουλτούρα των γονιών της.

Η Πακιστανή αλλά μεγαλωμένη στη Νορβηγία, Ιράμ Χακ -της οποίας το επιτυχημένο σκηνοθετικό ντεμπούτο « I Am Yours» ήταν η επίσημη πρόταση της Νορβηγίας για Ξενόγλωσσο Όσκαρ- επιστρέφει με μία αυτοβιογραφική ιστορία ενηλικίωσης.
Μία νεαρή κοπέλα από το Πακιστάν, η Νίσα, συγκρούεται με τις παραδοσιακές αξίες των μεταναστών γονιών της. Εκείνη, έχοντας μεγαλώσει στην Νορβηγία, θέλει να ζει όπως οι φίλοι και οι συμμαθητές της, όμως η οικογένειά της έχει αντίθετη άποψη. Όταν λοιπόν ο πατέρας της την πιάνει στο δωμάτιό της με ένα αγόρι, τη μεταφέρει με τη βία στο Πακιστάν για να τη τιμωρήσει. Εκεί όμως η Νίσα γίνεται το θύμα μιας σκληρής νοοτροπίας, που θεωρεί τις γυναίκες υποχείρια και τους στερεί το δικαίωμα να ζουν με βάση τις δικές του επιλογές.

Η Χακ, που η ίδια είχε απαχθεί από τους γονείς της και είχε εξαναγκαστεί να μείνει στο Πακιστάν,εστιάζει κυρίως στη σχέση πατέρα και κόρης, αλλά και στις συγκρούσεις ανάμεσα σε δυο διαφορετικούς κόσμους, με την πλάστιγγα όμως να γέρνει σαφώς προς τον δυτικό τρόπο ζωής.
Αν και η δημιουργός με ευαισθησία προσπαθεί να εξισορροπήσει τις καταστάσεις και να μην παρουσιάσει τους γονείς ως θύτες, τελικά ο προσωπικός τόνος της ταινίας δημιουργεί ένα μελοδραματικό ύφος που δεν την γλιτώνει από μια μονομερή αντιμετώπιση της όλης κατάστασης. Για παράδειγμα, η Χακ δεν εκμεταλλεύεται καθόλου την ιστορία της για να μιλήσει γενικότερα για τη θέση των γυναικών, γι’ αυτό άλλωστε και όλες οι υπόλοιπες γυναίκες της ταινίας παρουσιάζονται σχηματικά, ως άτεγκτοι υποστηρικτές της όλης κατάστασης, χωρίς ποτέ να εμβαθύνει στα πραγματικά αίτια αυτής της συμπεριφοράς τους.
Σίγουρα η σκηνοθέτης ταυτίζεται με την Νίσα, όμως τελικά δεν καταφέρνει να πάρει αποστάσεις και να λειτουργήσει ως αντικειμενικός παρατηρητής μιας κατάστασης, οπότε συχνά δεν μπορεί να κρατήσει τις ισορροπίες και εύκολα καταφεύγει σε συναισθηματισμούς, που είναι κατανοητοί μεν, μιας κι η ίδια έχει περάσει όλα όσα περιγράφει, αλλά μη επικοινωνήσιμοι.

Παρ’ όλα αυτά η νεαρή της πρωταγωνίστρια, Μαρία Μοζχντάχ, με τη βαθιά εκφραστικότητά της, ερμηνεύει με πάθος τον αγώνα ενός νέου ανθρώπου προς την ατομική του ελευθερία.


Searching
Σκηνοθεσία: Ανίς Τσαγκαντί
Παίζουν: Τζον Τσο, Ντέμπρα Μέσινγκ

Ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι εξαφανίζεται και οι τοπικές αρχές αρχίζουν την αναζήτησή της. Τριάντα εφτά ώρες περνάνε χωρίς κανένα στοιχείο κι έτσι ο πατέρας της αποφασίζει να ψάξει εκεί που κανείς δεν έχει στραφεί, εκεί που κρύβονται όλα τα μυστικά σήμερα: στο λάπτοπ της κόρης του.

Θρίλερ μυστηρίου με μοναδικό σκηνικό την οθόνη ενός υπολογιστή, που απέσπασε το Βραβείο Κοινού στο Φεστιβάλ του Σάντανς.
Ένας πατέρας αναζητεί τα ίχνη της εξαφάνισης της κόρης του, αναλαμβάνοντας στην ουσία ο ίδιος τον ρόλο του ντετέκτιβ. Φυσικά όλα τα στοιχειά που μπορούν να τον βοηθήσουν βρίσκονται στο λαπ τοπ της, οπότε η έρευνά του διεξάγεται αποκλειστικά μέσω του ίντερνετ, ενώ η ζωή του συντονίζεται με την τεχνολογία.

Ο ψηφιακός κόσμος δεν είναι η πρώτη φορά που απασχολεί τον κινηματογράφο, όμως ο Ανίς Τσαγκαντί επιχειρεί ένα ενδιαφέρον πείραμα, δημιουργώντας μια ταινία που εξ’ ολοκλήρου διαδραματίζεται μέσα σε οθόνες υπολογιστών και κινητών τηλεφώνων. Το θετικό στοιχείο είναι πως ο Τσαγκαντί έχει στα χέρια του μια καλή αστυνομική ιστορία, με χιτσκοκικές ανατροπές και σασπένς, ενώ ταυτόχρονα αποτυπώνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο πώς η τεχνολογία έχει κυριαρχήσει στη ζωή μας.
Σαφώς στον 21ο αιώνα οποιοσδήποτε επιθεωρητής θα αναζητούσε στοιχεία για ένα έγκλημα στα social media, με τον ίδιο τρόπο που όλοι λίγο έως πολύ μπορεί να έχουμε «παρακολουθήσει» κάποιον γνωστό μας. Χρησιμοποιώντας λοιπόν αυτή τη συνήθεια του σύγχρονου κόσμου, ο σκηνοθέτης στην πρώτη μεγάλου μήκους απόπειρα δομεί ένα ενδιαφέρον θρίλερ σεναριακά, που όμως υπολείπεται σε κάτι: κι αυτό το κάτι δεν είναι παρά η μαγεία του κινηματογράφου και της μεγάλης εικόνας που ταξιδεύει τον θεατή, σε αντίθεση με την ασφυκτική οθόνη ενός υπολογιστή.
Σε κάθε περίπτωση πάντως η απόπειρα του Τσαγκαντί αξίζει όχι μόνο προσοχής , αλλά και μελέτης σχετικά με την πορεία και την εξέλιξη της έβδομης τέχνης σήμερα.

H Συνάντηση (The Place)
Σκηνοθεσία: Πάολο Τζενοβέζε
Παίζουν:Βαλέριο Μασταντρέα, Μάρκο Τζιαλίνι, Αλεσάντρο Μπόργκι, Αλμπα Ρορβάκερ

Ένας μυστηριώδης άνδρας σ’ ένα συνοικιακό καφέ στη Ρώμη και οι επισκέπτες του έρχονται αντιμέτωποι με την ηθική, ενώ καλούνται να αντιμετωπίσουν την προσωπική τους αλήθεια.

Ο Πάολο Τζενοβέζε (« Τέλειοι Ξένοι») διασκευάζει την καναδική τηλεοπτική σειρά μυστηρίου «The booth at the end», εξερευνώντας αυτή τη φορά τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης και τις ηθικές συγκρούσεις ανάμεσα στην επιθυμία και στο δίκαιο.
Ένας μυστηριώδης άνδρας, τακτικός πελάτης ενός καφέ, χρησιμοποιεί τον χώρο για τα επαγγελματικά του ραντεβού.

Οι «πελάτες» του, που μοιάζουν σαν ασθενείς του, του εξομολογούνται τις βαθύτερες επιθυμίες τους κι εκείνος τους προτείνει περίεργες συνδιαλλαγές. Προκειμένου να επιτύχουν τον στόχο τους θα πρέπει να σκοτώσουν, να ανατινάξουν με βόμβες αθώους, να βιάσουν. Αν δεχτούν τότε, η επιθυμία τους θα γίνει πραγματικότητα, αν αρνηθούν, τότε θα χάσουν για πάντα την πιθανότητα να γίνουν ευτυχισμένοι.
Δεν ξέρουμε πώς οι πελάτες έχουν βρει αυτό τον άνδρα, ούτε ποιος τον έχει βάλει να κάνει αυτή τη δουλειά, καθώς ο στόχος του Τζενοβέζε δεν είναι οι λογικές απαντήσεις, αλλά να δημιουργήσει ένα ηθικό παιχνίδι στο οποίο τόσο οι χαρακτήρες όσο και οι θεατές θα αναρωτηθούν μέχρι ποιου σημείου είμαστε πρόθυμοι να φτάσουμε για να πετύχουμε την ευτυχία.

Η ιδέα έχει ενδιαφέρον, αν και ο ρεαλισμός που επιλέγει ο Τζενοβέζε δεν ευσταθεί πάντα. Ο μεφιστοφελικός άνδρας τρώει και πίνει, γοητεύεται από τη σερβιτόρα του μαγαζιού και περνάει εξίσου ηθικούς κλυδωνισμούς με τους επισκέπτες του, πράγμα που δίνει μια ανθρώπινη υπόσταση σε ένα πλάσμα που περισσότερο λειτουργεί ως σύμβολο. Οι διάλογοι που ο Τζενοβέζε γράφει έχουν δυναμική και θεατρικότητα, αλλά οι ιστορίες των πελατών μοιάζουν μεταξύ τους, οπότε από ένα σημείο και μετά η επαναληπτικότητα των μοτίβων και ο μοναδικός σκηνικός του χώρος δεν τροφοδοτούν την εξέλιξη της σχετικής πλοκής. Ίσως αν επέμενε περισσότερο σε κάποιους χαρακτήρες και ανέπτυσσε παραπάνω τις εσωτερικές τους συγκρούσεις, τότε θα πετύχαινε καλύτερα τον στόχο του, που εδώ απλώς εκπληρώνεται αρκετά γρήγορα, οπότε ένα μεγάλο κομμάτι της ταινίας μοιάζει σχεδόν αχρείαστο.

Η κινηματογράφησή του πάντως διατηρεί ένα νέο-νουάρ στυλ και οι ερμηνείες των ηθοποιών αποπνέουν μια απελπισία κι όχι την ελπίδα, γεγονός που κάνει ξεκάθαρες τις προθέσεις του σχετικά με το αν τελικά η πραγμάτωση των επιθυμιών οδηγεί στην ευτυχία, ή εναρμόνιση με τη φυσική ροή των πραγμάτων.


Bel Canto
Σκηνοθεσία: Πολ Γουάιτζ
Παίζουν: Τζούλιαν Μουρ, Κεν Γουατανάμπε, Έλσα Ζιλμπερστάιν, Σεμπάστιαν Κοχ, Κρίστοφερ Λάμπερτ


Η Ροξάν Κρος, μια διάσημη Αμερικανίδα σοπράνο, ταξιδεύει στη Νότια Αμερική για να δώσει ένα πριβέ κονσέρτο για τα γενέθλια ενός πλούσιου Ιάπωνα βιομήχανου. Στη συνάθροιση παρευρίσκονται πολιτικοί και διπλωμάτες, όταν ξαφνικά τη βίλα καταλαμβάνουν αντάρτες, που απαιτούν την απελευθέρωση των φυλακισμένων συντρόφων τους. Έγκλειστοι στο ίδιο σπίτι επί ένα μήνα, όμηροι και απαγωγείς θα αναγκαστούν να βρουν κοινούς κώδικες επικοινωνίας, ακόμα κι αν μιλούν διαφορετική γλώσσα. Η μουσική θα τους οδηγήσει στο να ξεπεράσουν τις έχθρες και τις διαφορές τους, ανακαλύπτοντας ότι αυτά που τους ενώνουν είναι πιο σημαντικά από αυτά που τους χωρίζουν.

Η Τζούλιαν Μουρ χαραμίζει το ταλέντο της στη νέα ταινία του Πολ Γουάιτζ, που μόνο με επεισόδιο βραζιλιάνικης σαπουνόπερας μπορεί να συγκριθεί.

Βασισμένη στο ομώνυμο best seller της Αν Πάτσετ, η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας ομηρίας σε κάποια χώρα της Λατινικής Αμερικής, που δεν κατονομάζεται ποτέ. Εκεί κατά τη διάρκεια μιας μουσικής βραδιάς, όπου ένας Ιάπωνας επιχειρηματίας έχει καλέσει μια διάσημη τραγουδίστρια της όπερας, επαναστάτες κι αντιστασιακοί στο δικτατορικό καθεστώς καταλαμβάνουν το κτίριο και κρατούν ως ομήρους τους επισκέπτες, ενώ ένας διαπραγματευτής του Ερυθρού Σταύρου προσπαθεί να εξομαλύνει την κατάσταση. Όμως τελικά η μουσική κι ο έρωτας θα γεφυρώσουν τις διαφορές.

Έμπνευση για το βιβλίο της Πάτσετ στάθηκε η πραγματική ιστορία μιας ομηρίας στο Περού το 1996, όπου αντάρτες του επαναστατικού κινήματος Τουπάκ Αμάρου (MRTA) εισέβαλλαν σε ένα πάρτι, που πραγματοποιούνταν στο σπίτι του Ιάπωνα πρέσβη, προς τιμήν του αυτοκράτορα Ακιχίτο.

O τότε πρόεδρος του Περού, Αλμπέρτο Φουχιμόρι, γνωστός για την έντονα αντιτρομοκρατική πολιτική που ακολουθούσε, απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά του για διαφθορά και παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων. Μετά την παγκόσμια προσοχή που έλαβε το θέμα κατά τους τέσσερις μήνες της ομηρίας και με γνώμονα την ελάχιστη πρόοδο που είχε σημειωθεί στις διαπραγματεύσεις, οι ειδικές δυνάμεις έκαναν έφοδο με αποτέλεσμα τον θάνατο ενός ομήρου, δύο κομάντο και όλων των μελών του MRTA.
Οι καταθέσεις όμως των αιχμαλώτων συνέβαλλαν στο να σχηματιστεί μια ευνοϊκή εικόνα για τους αντάρτες, καθώς ανέφεραν πως η μεταχείριση στα χέρια τους ήταν παραπάνω από καλή.
Στα χέρια της Πάτσετ αυτή η συγκινητική ιστορία χάνει την πολιτική και υπαρξιακή της διάσταση, και καταλήγει σε ένα ανούσιο σχεδόν αστείο ρομάντζο. Οπότε αυτό που επί της ουσίας παρακολουθούμε είναι αντάρτες και αστούς να ερωτοτροπούν, να τραγουδούν άριες και να παίζουν σκάκι, ενώ το μελοδραματικό φινάλε και οι σχηματικές ερμηνείες των ηθοποιών σχεδόν προκαλούν το γέλιο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον και μην έχοντας ουσιαστικά σενάριο στα χέρια του ο Γουάιτζ αφήνεται σε απερίγραπτα κιτς εικόνες, που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από μια κακόγουστη τηλενουβέλα.

Η δε Τζούλιαν Μουρ στα τραγουδιστικά μέρη ντουμπλάρεται από την σοπράνο Ρενέ Φλέμινγκ, όμως οι σκηνές αυτές είναι ασυγχρόνιστες και τόσο κακά μονταρισμένες που τελικά εκθέτουν την καλή ηθοποιό, που ούτως ή άλλως σε αυτή την ταινία μοιάζει τελείως έξω από τα νερά της. Μονόχορδος και υπερβολικός ο Κεν Γουατανάμπε, περιφέρεται σαν κεραυνόπληκτος καθ’ όλη τη διάρκεια από τον έρωτα του, και τελικά μόνο ο Σεμπάστιαν Κοχ σώζει κάπως τα προσχήματα.


Kin
Σκηνοθεσία: Τζόναθαν Μπέικερ, Τζος Μπέικερ
Παίζουν: Τζακ Ρέινορ, Ζόι Κράβιτζ , Μάιλς Τρούιτ, Κάρι Κουν, Ντένις Κουέιντ, Tζέιμς Φράνκο

Ο Τζίμι, ένας πρώην κατάδικος και ο υιοθετημένος μικρός αδελφός του, Ιλάι, μπαίνουν στο στόχαστρο ενός εκδικητικού εγκληματία και δύο στρατιωτών από άλλον πλανήτη. Για να ξεφύγουν τρέπονται σε φυγή αρματωμένοι με ένα μυστήριο όπλο, που είναι και η μοναδική ασπίδα προστασίας τους.

Οι αδερφοί Μπέικερ από την Αυστραλία διασκευάζουν μια δική τους μικρού μήκους ταινία, το «Bag Man» , όμως δυστυχώς η πρώτη τους μεγάλης διάρκειας απόπειρα δεν επιτυγχάνει τον στόχο της, παρά τις φιλόδοξες προθέσεις της.
Ένα έφηβο αγόρι ανακαλύπτει ένα μυστήριο όπλο και μαζί με τον υιοθετημένο του αδερφό ξεκινούν ένα road trip για να ξεφύγουν από έναν επικίνδυνο εγκληματία, που έρχεται από άλλον πλανήτη. Ο μικρός τότε θα βρεθεί αντιμέτωπος με τις ηθικές αρχές που του δίδαξε ο πατέρας του και την ανεξάρτητη φύση του αδερφού του.
Οι Μπέικερ στέκονται με το ένα πόδι σε μια εφηβική ταινία ενηλικίωσης και με το άλλο στο sci fi, τραβώντας στα άκρα ένα σενάριο που δεν αντέχει στη διάρκεια μιας μεγάλου μήκους- συνήθως όσοι έχουν επιχειρήσει ανάλογες προσπάθειες έχουν αποτύχει- κι έτσι καταλήγουν σε μια άνευρη πλοκή, χωρίς συγκεκριμένη υφολογική ταυτότητα, με αδιάφορους χαρακτήρες που ξεθωριάζουν όσο περνάει η ώρα. Η σχέση των δύο αδελφών δεν έχει ισχυρό υπόβαθρο, το πλαίσιο της επιστημονικής φαντασίας δεν υποστηρίζεται επαρκώς από τα μέσα που διαθέτουν και η φουτουριστική αισθητική τους μοιάζει πρώτου επιπέδου, σε σχέση τουλάχιστον με τα όσα έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε.

Μια Μικρή Χάρη (A Simple Favor)
Σκηνοθεσία Πολ Φέιγκ
Παίζουν: Άννα Κέντρικ, Μπλέικ Λάιβλι, Χένρι Γκόλντινγκ

Όταν τα ίχνη της μυστηριώδους Έμιλι χάνονται ξαφνικά, η καλύτερή της φίλη Στέφανι αναλαμβάνει να βρει την αλήθεια που κρύβεται πίσω από την εξαφάνισή της.

Θρίλερ βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Ντάρσι Μπέλκι, που έκανε τεράστια επιτυχία παγκοσμίως.

Όλα άρχισαν με μια μικρή χάρη. Η Στέφανι και η Έμιλι ζουν σε ένα προάστιο του Κονέκτικατ. Μητέρες και οι δυο, γίνονται φίλες και μοιράζονται τα μυστικά τους, αν και πολύ διαφορετικές μεταξύ τους: η Στέφανι, χήρα και μητέρα, γράφει ένα μπλογκ για να αντιμετωπίσει τη μοναξιά της. Η Έμιλι έχει μια πετυχημένη καριέρα στο Μανχάταν και έναν αξιοζήλευτο γάμο.

Κάποια μέρα, η Έμιλι ζητάει από τη Στέφανι να πάρει τον γιο της από το σχολείο κι εκείνη δέχεται. Μόνο που οι ώρες –και, στη συνέχεια, οι μέρες– περνούν και η Έμιλι δεν εμφανίζεται. Όλα δείχνουν ότι μπορεί να είναι νεκρή. Το μυστήριο της εξαφάνισης γίνεται όλο και πιο πυκνό, καθώς περίεργα γεγονότα έρχονται στην επιφάνεια.

Αλλά η Στέφανι έχει κι αυτή τα δικά της μυστικά κι όταν ερωτεύεται τον άντρα της φίλης της, τα πράγματα περιπλέκονται ακόμα περισσότερο.


Οίκτος (Pity)
Σκηνοθεσία: Μπάμπης Μακρίδης
Παίζουν: Γιάννης Δρακόπουλος, Εύη Σαουλίδου, Μάκης Παπαδημητρίου, Νότα Τσερνιάφσκι, Τζωρτζίνα Χρυσικώτη, Νίκος Καραθάνος, Παναγιώτης Τασούλης, Ευδοξία Ανδρουλιδάκη, Κώστας Ξυκομηνός, Κώστας Κωτούλας, Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, Βίκτωρ Αρδίττης

Η ιστορία ενός άνδρα που νιώθει χαρούμενος μόνο όταν είναι δυστυχισμένος, ενός άνδρα εθισμένου στη θλίψη, που έχει τόση ανάγκη τον οίκτο, ώστε είναι πρόθυμος να κάνει τα πάντα για να τον εκμαιεύσει από τους άλλους.

O Μπάμπης Μακρίδης, ένας από τους δημιουργούς που ανήκουν στο «weird wave», του ελληνικού κινηματογράφου, συνεργάζεται με τον Ευθύμη Φιλίππου («Κυνόδοντας», «Chevalier») στο σενάριο, για μια ταινία που ανιχνεύει τις διαχωριστικές γραμμές – αν υπάρχουν- ανάμεσα στην ευτυχία και τη δυστυχία.

Ο άντρας της ιστορίας είναι δυστυχισμένος όταν είναι χαρούμενος, και είναι χαρούμενος όταν είναι δυστυχισμένος.
Ο ήρωας δεν δέχεται τη δυστυχία των άλλων παρά μόνο τη δική του, ζηλεύει αφόρητα το σκοτάδι, τον χαμό και τα δάκρυα όταν δεν τον αφορούν.
Η ταινία εξετάζει τα άκρα αυτής της συμπεριφοράς και περιγράφει την πορεία του άντρα που χάνει το δικαίωμα στην θλίψη, αλλά και τον μοναχικό αγώνα του για την απόκτηση αυτού του δικαιώματος.
Όπως λοιπόν οι άνθρωποι παλεύουν για την ευτυχία, με τον ίδιο τρόπο, ίσως λίγο πιο έμμεσα, ο ήρωας της ιστορίας παλεύει για τη δυστυχία.

H ταινία διακρίθηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Οδησσού με τα βραβεία καλύτερης ταινίας και Σκηνοθεσίας, ενώ στο Φεστιβάλ στο Μαυροβούνιο απέσπασε τα Βραβεία Καλύτερης Ταινίας και Καλύτερου Ανδρικού Ρόλου. Στο Φεστιβάλ της Βαλέτα κατέκτησε το Βραβείο Σκηνοθεσίας, ενώ στο Διεθνές φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λουξεμβούργου έλαβε Ειδική Μνεία. Επίσης συγκαταλέγεται στη λίστα υποψηφίων για τα Βραβεία της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου 2018 (European Film Awards 2018 – Feature Film Selection).

Προβάλλεται αποκλειστικά από τις 28 Σεπτεμβρίου ως τις 7 Οκτωβρίου στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση

Ο Μικροπόδαρος (Smallfoot)

Σκηνοθεσία: Κάρεϊ Κερκπάτρικ
Mε τις φωνές ( στα ελληνικά): Δημήτρη Μακαλιά, Μιχάλη Συριόπουλου, Αγγελικής Πασπαλιάρη, Samuel Akinola, Ανθής Ευστρατιάδου, Αποστόλη Ψυχράμη κ.α

Ένας μύθος ανατρέπεται, όταν ένα νεαρό Γιέτι ανακαλύπτει κάτι που κανείς δεν ήξερε ότι υπάρχει. Έναν άνθρωπο. Τα νέα για τον Μικροπόδαρο αναστατώνουν την κοινότητα των Γιέτι, που αρχίζουν να υποψιάζονται πως υπάρχουν πολλά τέτοια όντα εκεί έξω στον μεγάλο κόσμο, πέρα από το χιονισμένο χωριό τους.

Μία απολαυστική περιπέτεια κινουμένων σχεδίων για τη φιλία, το θάρρος και τη χαρά της ανακάλυψης, με φόντο παγωμένες βουνοκορφές,
Τι θα συνέβαινε αν κάτι που νομίζουμε ότι δεν υπάρχει, νομίζει κι εκείνο ότι δεν υπάρχουμε; Τι θα γινόταν, αν τα τεράστια θρυλικά Γιέτι είναι πραγματικά όντα και οι ιστορίες που λέμε για αυτά, για το άγριο τρίχωμά τους, τους βρυχηθμούς και τις τεράστιες πατούσες τους, είναι ιστορίες που λένε και τα Γιέτι για εμάς, αλλά με κάποιες διαφορές; Για εκείνα, είμαστε παράξενα άτριχα μικρά τέρατα με στριγκές φωνές και φρικιαστικά μικρά πόδια. Και είμαστε πλάσματα της φαντασίας. Μέχρι που ένα Γιέτι βλέπει έναν άνθρωπο με τα ίδια του τα μάτια και αρχίζει να πιστεύει στην ύπαρξη μας.
Αυτή είναι η ιδέα πίσω από τον «Μικροπόδαρο», μία ευχάριστη περιπέτεια για όλη την οικογένεια που διαδραματίζεται σε ένα εντυπωσιακό χιονισμένο κόσμο πάνω από τα σύννεφα. Η ιστορία ξεκινάει όταν ένας άντρας που ακούει στο όνομα Πέρσι έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο -ή μάλλον πρόσωπο με γόνατο- με ένα Γιέτι που λέγεται Μίγκο. Η απίθανη αυτή συνάντηση τους στέλνει σε ένα απρόσμενο ταξίδι ανακάλυψης που θα ανοίξει τις καρδιές τους και θα ανατρέψει τον παλιό τρόπο σκέψης τους.

Επαναναπροβολή:

Ο Πατέρας του Στρατιώτη (Jariskatsis mama/The father of soldier- 1964)
Σκηνοθεσία: Ρέζο Τσχεΐντζε
Παίζουν: Σέργκο Ζακαριάντζε

Ένας ηλικιωμένος αγρότης προσπαθεί να εντοπίσει τον γιο του, που είναι στρατιώτης. Οπότε ξεκινά από ένα μικρό χωριό του Καυκάσου και φτάνει έως το Βερολίνο ακολουθώντας τα σοβιετικά στρατεύματα.

Μια από τις καλύτερες ταινίες για τον πόλεμο του Σοβιετικού λαού εναντίον του φασισμού και ένα από τα αριστουργήματα του Σοβιετικού κινηματογράφου.
Η σκληρότητα του πολέμου πάνω στους ανθρώπους , που μπορούν να είναι τόσο δημιουργοί, όσο και καταστροφείς, φανερώνεται μέσα από τη δραματική ιστορία ενός ηλικιωμένου αγρότη από τη Γεωργία. Ο γέρος βρίσκεται στον δρόμο για το νοσοκομείο, όπου νοσηλεύεται ο στρατιώτης γιος του. Όμως πριν εκείνος καταφέρει να φτάσει εκεί, ο γιος του έχει ήδη φύγει για το μέτωπο. Ο πατέρας, χωρίς να μπορεί να επιστρέψει πίσω στο χωριό του, μαζί με τον Σοβιετικό στρατό θα φτάσει μέχρι το Βερολίνο, μέχρι τη νίκη κατά του φασισμού.


Πηγή