Όπως συνέβη και με κάθε προηγούμενη γενιά κινητών επικοινωνιών, η συζήτηση γύρω από τα δίκτυα 6ης γενιάς (6G) ξεκινά από τις ταχύτητες μετάδοσης δεδομένων. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό είναι ίσως το λιγότερο ενδιαφέρον κομμάτι. Η ουσιαστική αλλαγή αφορά το ποιος θα ελέγχει την ψηφιακή υποδομή πάνω στην οποία θα λειτουργούν η τεχνητή νοημοσύνη, οι υπηρεσίες cloud, οι δορυφορικές επικοινωνίες και η οικονομία της επόμενης δεκαετίας.

Τα πρώτα εμπορικά δίκτυα 6G δεν αναμένονται πριν από το τέλος της δεκαετίας, με την Κίνα και τις υπόλοιπες αγορές της Ανατολικής Ασίας να εκτιμάται ότι θα κινηθούν ταχύτερα από την Ευρώπη.

Παρ’ όλα αυτά, η μάχη έχει ήδη ξεκινήσει. Και δεν αφορά μόνο τους παραδοσιακούς τηλεπικοινωνιακούς παρόχους. Στο παιχνίδι μπαίνουν πλέον οι hyperscalers, οι πάροχοι δορυφορικών υπηρεσιών, οι εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης και οι κατασκευαστές τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού, διαμορφώνοντας ένα εντελώς νέο επιχειρηματικό οικοσύστημα.

Το 6G δεν αναμένεται να κάνει την εμφάνισή του πριν από το τέλος της δεκαετίας. Ωστόσο, η τεχνολογία βρίσκεται ήδη στο επίκεντρο ενός παγκόσμιου αγώνα δρόμου, καθώς οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα θα καθορίσουν όχι μόνο τα δίκτυα του αύριο, αλλά και το ποιοι θα ελέγχουν τις κρίσιμες ψηφιακές υποδομές της επόμενης εποχής.

Το δίκτυο γίνεται… τεχνητή νοημοσύνη

Η ιστορία της κινητής τηλεφωνίας εξελίσσεται εδώ και περισσότερες από τρεις δεκαετίες μέσα από διαδοχικές γενιές δικτύων, καθεμία από τις οποίες άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούμε τις ψηφιακές τεχνολογίες.

Το 2G έφερε τα SMS, το 3G έκανε πραγματικότητα το mobile Internet, το 4G άνοιξε τον δρόμο για το streaming και τα apps, ενώ το 5G σχεδιάστηκε για να υποστηρίξει το Internet of Things (ΙοΤ), τις «έξυπνες» βιομηχανίες και τις αυτόνομες υποδομές και να φέρει πιο κοντά την πληροφορική με τις τηλεπικοινωνίες, ανοίγοντας το δρόμο για μία διαφορετική προσέγγιση.

Το 6G, όμως, φιλοδοξεί να αλλάξει κάτι πολύ πιο θεμελιώδες. Για πρώτη φορά, η τεχνητή νοημοσύνη δεν θα αποτελεί απλώς μία εφαρμογή που αξιοποιεί το δίκτυο, αλλά θα ενσωματωθεί στον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας του.

Στη διεθνή βιβλιογραφία χρησιμοποιείται πλέον όλο και συχνότερα ο όρος AI-native networks. Πρόκειται για δίκτυα που θα μπορούν να διαχειρίζονται αυτόνομα σημαντικό μέρος της λειτουργίας τους, αξιοποιώντας μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης για να προβλέπουν την κίνηση, να κατανέμουν δυναμικά τους διαθέσιμους πόρους, να βελτιστοποιούν την κατανάλωση ενέργειας και να προσαρμόζονται σε πραγματικό χρόνο στις ανάγκες κάθε εφαρμογής ή χρήστη. Με άλλα λόγια, η τεχνητή νοημοσύνη παύει να είναι απλώς μία υπηρεσία που «τρέχει» πάνω από το δίκτυο και μετατρέπεται σε αναπόσπαστο τμήμα της λειτουργίας του.

Η μετάβαση αυτή συνδέεται άμεσα και με μία ακόμη σημαντική αλλαγή. Τα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα μετατρέπονται σταδιακά από εξειδικευμένες υποδομές υλικού σε πλατφόρμες λογισμικού. Ο πυρήνας τους γίνεται ολοένα και περισσότερο cloud-native, οι λειτουργίες «εικονικοποιούνται» (virtualize) και μεταφέρονται σε υπολογιστικές υποδομές που βρίσκονται είτε σε μεγάλα data centers είτε πολύ πιο κοντά στον τελικό χρήστη, μέσω του αποκαλούμενου edge computing.

Η συγκεκριμένη αρχιτεκτονική προσφέρει πολύ μεγαλύτερη ευελιξία. Νέες υπηρεσίες μπορούν να ενεργοποιούνται μέσω αναβαθμίσεων λογισμικού, η διαχείριση του δικτύου γίνεται πιο αποδοτική και η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης επιτρέπει την αυτοματοποίηση διαδικασιών που μέχρι σήμερα απαιτούσαν ανθρώπινη παρέμβαση. Παράλληλα, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για εφαρμογές που απαιτούν εξαιρετικά χαμηλό χρόνο απόκρισης, από τη βιομηχανική παραγωγή και τις αυτόνομες μεταφορές μέχρι την τηλεϊατρική και τα δίκτυα πολιτικής προστασίας.

Οι πρώτες εφαρμογές αυτής της φιλοσοφίας κάνουν ήδη την εμφάνισή τους, παρότι βρισκόμαστε ακόμη στην εποχή του 5G. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Magenta AI Call Assistant της Telekom, το οποίο αναμένεται να γίνει διαθέσιμο και στην ελληνική αγορά μέχρι το τέλος του 2026.

Η υπηρεσία προσφέρει δυνατότητες όπως ζωντανή μετάφραση, αυτόματη σύνοψη συνομιλιών και αναζήτηση πληροφοριών κατά τη διάρκεια μιας τηλεφωνικής κλήσης, χωρίς να απαιτείται η εγκατάσταση ξεχωριστής εφαρμογής ή η χρήση ενός ιδιαίτερα ισχυρού smartphone. Η επεξεργασία πραγματοποιείται στο ίδιο το δίκτυο, αξιοποιώντας υποδομές cloud και τεχνητής νοημοσύνης, γεγονός που επιτρέπει την παροχή προηγμένων υπηρεσιών ακόμη και σε παλαιότερες συσκευές.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση αποτυπώνει και τη μεγαλύτερη αλλαγή που φέρνει το 6G. Το δίκτυο παύει να αποτελεί έναν «σωλήνα» μεταφοράς δεδομένων και εξελίσσεται σε μια ευφυή υπολογιστική πλατφόρμα, πάνω στην οποία θα αναπτύσσονται υπηρεσίες τεχνητής νοημοσύνης, εφαρμογές cloud και νέες ψηφιακές υπηρεσίες.

Και αυτό μεταβάλλει αναπόφευκτα και τις ισορροπίες της αγοράς. Γιατί όταν το δίκτυο μετατρέπεται σε λογισμικό, αποκτούν μεγαλύτερη σημασία όσοι διαθέτουν τις πλατφόρμες λογισμικού, τις υποδομές cloud και την υπολογιστική ισχύ που απαιτεί η νέα εποχή των τηλεπικοινωνιών.

Οι hyperscalers διεκδικούν ρόλο στις τηλεπικοινωνίες

Η μετατροπή των δικτύων σε πλατφόρμες λογισμικού δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα για τον κλάδο των τηλεπικοινωνιών. Για δεκαετίες, η αξία ενός τηλεπικοινωνιακού παρόχου μετριόταν κυρίως από το μέγεθος του δικτύου του, το διαθέσιμο φάσμα συχνοτήτων και την ποιότητα των υποδομών του. Στην εποχή του 6G, όμως, αυτά τα στοιχεία θα εξακολουθήσουν να είναι απαραίτητα, αλλά δεν θα αρκούν από μόνα τους.

Όσο περισσότερες λειτουργίες μεταφέρονται στο λογισμικό και στο cloud, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτούν οι εταιρείες που διαθέτουν την υπολογιστική ισχύ για να υποστηρίξουν αυτή τη μετάβαση. Και εδώ εμφανίζονται οι λεγόμενοι hyperscalers.

Η AWS (Amazon Web Services), η Microsoft και η Google έχουν δημιουργήσει τα τελευταία χρόνια τις μεγαλύτερες υποδομές cloud παγκοσμίως, επενδύοντας δισεκατομμύρια σε data centers, δίκτυα οπτικών ινών, εξειδικευμένους επεξεργαστές τεχνητής νοημοσύνης και πλατφόρμες λογισμικού. Μέχρι σήμερα, οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι χρησιμοποιούσαν αυτές τις υποδομές κυρίως για την παροχή εταιρικών υπηρεσιών ή για τη φιλοξενία εφαρμογών. Στο περιβάλλον του 6G, όμως, ο ρόλος τους διευρύνεται σημαντικά.

Δεν είναι τυχαίο ότι σχεδόν όλοι οι μεγάλοι τηλεπικοινωνιακοί όμιλοι έχουν ήδη συνάψει στρατηγικές συνεργασίες με hyperscalers. Η Deutsche Telekom συνεργάζεται με τη Google και τη Microsoft για εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης και αυτοματοποίησης δικτύων, η Vodafone έχει αναπτύξει πολυεπίπεδη συνεργασία με τη Microsoft, ενώ αντίστοιχες πρωτοβουλίες υλοποιούν η Orange, η Telefónica και αρκετοί ακόμη ευρωπαϊκοί πάροχοι. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η επόμενη γενιά δικτύων θα αναπτυχθεί μέσα από ένα πολύ πιο σύνθετο οικοσύστημα συνεργασιών από ό,τι συνέβαινε μέχρι σήμερα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι hyperscalers μετατρέπονται σε τηλεπικοινωνιακούς παρόχους. Ούτε ότι οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι χάνουν τον πρωταγωνιστικό τους ρόλο. Σημαίνει όμως ότι η δημιουργία αξίας μετατοπίζεται σταδιακά από το καθαρά τηλεπικοινωνιακό hardware προς το λογισμικό, την υπολογιστική ισχύ και τις υπηρεσίες τεχνητής νοημοσύνης.

Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα και με την εξάπλωση του Open RAN (Open Radio Access Network). Πρόκειται για μια διαφορετική αρχιτεκτονική ανάπτυξης των δικτύων κινητής τηλεφωνίας, η οποία επιτρέπει τον διαχωρισμό του λογισμικού από τον τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό και την ευκολότερη συνεργασία προϊόντων διαφορετικών κατασκευαστών.

Μέχρι σήμερα, οι περισσότεροι πάροχοι προμηθεύονταν μεγάλο μέρος του εξοπλισμού τους από έναν ή δύο βασικούς κατασκευαστές, δημιουργώντας σχετικά «κλειστά» οικοσυστήματα. Το Open RAN φιλοδοξεί να αλλάξει αυτή τη λογική, επιτρέποντας μεγαλύτερη διαλειτουργικότητα και δίνοντας τη δυνατότητα σε περισσότερες εταιρείες λογισμικού να συμμετέχουν στην ανάπτυξη των δικτύων.

Η μετάβαση αυτή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική και από την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς μπορεί να ενισχύσει τον ανταγωνισμό, να περιορίσει την εξάρτηση από λίγους προμηθευτές και να επιταχύνει την καινοτομία. Ταυτόχρονα, δημιουργεί νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες για εταιρείες που μέχρι σήμερα βρίσκονταν εκτός του παραδοσιακού οικοσυστήματος των τηλεπικοινωνιών.

Βεβαίως, αυτό δεν σημαίνει ότι οι παραδοσιακοί κατασκευαστές εξοπλισμού χάνουν τη σημασία τους. Κάθε άλλο. Η Nokia και η Ericsson εξακολουθούν να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της έρευνας για το 6G, συμμετέχοντας στα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά και διεθνή ερευνητικά προγράμματα και διαμορφώνοντας μεγάλο μέρος των τεχνολογικών προτύπων που θα υιοθετηθούν τα επόμενα χρόνια. Για την Ευρώπη, μάλιστα, οι δύο εταιρείες αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη στρατηγική σημασία, καθώς αποτελούν τους βασικούς ευρωπαϊκούς «πρωταθλητές» σε έναν κλάδο όπου ο ανταγωνισμός με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ασία εντείνεται συνεχώς.

Η πραγματική αλλαγή, όμως, δεν βρίσκεται στην αντικατάσταση ενός παίκτη από κάποιον άλλο. Βρίσκεται στο γεγονός ότι οι τηλεπικοινωνίες μετατρέπονται σε ένα οικοσύστημα όπου κανένας δεν μπορεί να λειτουργήσει μόνος του. Οι πάροχοι θα συνεχίσουν να επενδύουν στα δίκτυά τους, οι κατασκευαστές θα αναπτύσσουν τον απαραίτητο εξοπλισμό, οι hyperscalers θα προσφέρουν την υπολογιστική ισχύ και οι εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης θα δημιουργούν τις εφαρμογές που θα αξιοποιούν όλες αυτές τις υποδομές.

Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη αλλαγή που φέρνει το 6G να μην είναι τεχνολογική αλλά επιχειρηματική. Για πρώτη φορά, η επιτυχία ενός τηλεπικοινωνιακού παρόχου δεν θα εξαρτάται μόνο από το πόσο εκτεταμένο είναι το δίκτυό του, αλλά και από το πόσο αποτελεσματικά θα μπορέσει να συνδυάσει συνδεσιμότητα, cloud, τεχνητή νοημοσύνη και λογισμικό σε ένα ενιαίο οικοσύστημα υπηρεσιών.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι οι ψηφιακές υποδομές αντιμετωπίζονται πλέον ως κρίσιμα στοιχεία της οικονομικής και γεωπολιτικής ισχύος των κρατών. Και κάπου εκεί, η συζήτηση για το 6G παύει να αφορά αποκλειστικά την τεχνολογία και αποκτά μια πολύ ευρύτερη διάσταση.

Το γεωπολιτικό στοίχημα της Ευρώπης

Αν το 5G αποτέλεσε πεδίο έντονου ανταγωνισμού γύρω από τον τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό, το 6G εξελίσσεται ήδη σε μια πολύ ευρύτερη μάχη για τον έλεγχο των ψηφιακών υποδομών. Και αυτό εξηγεί γιατί οι κυβερνήσεις, πολύ πριν εμφανιστούν τα πρώτα εμπορικά δίκτυα, αντιμετωπίζουν το 6G ως στρατηγική επένδυση και όχι ως μία ακόμη τεχνολογική αναβάθμιση.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ξεκινήσει εδώ και αρκετά χρόνια να επενδύει συστηματικά στην έρευνα γύρω από τα δίκτυα επόμενης γενιάς μέσω του Smart Networks and Services Joint Undertaking (SNS JU), του κοινού προγράμματος δημόσιου και ιδιωτικού τομέα που χρηματοδοτεί δεκάδες ερευνητικά έργα σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ο στόχος δεν είναι απλώς η ανάπτυξη νέων τεχνολογιών, αλλά και η διαμόρφωση των διεθνών προτύπων που θα καθορίσουν τη λειτουργία των δικτύων μετά το 2030.

Τα πρώτα εμπορικά δίκτυα 6G δεν αναμένονται πριν από το τέλος της δεκαετίας, με την Κίνα και τις υπόλοιπες αγορές της Ανατολικής Ασίας να εκτιμάται ότι θα κινηθούν ταχύτερα από την Ευρώπη. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους η ΕΕ επιδιώκει να συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση των τεχνολογιών και των προτύπων του 6G, ώστε να μη βρεθεί στη θέση του απλού χρήστη λύσεων που θα έχουν αναπτυχθεί αλλού.

Για την Ευρώπη, η συγκεκριμένη προσπάθεια έχει και μία σαφή γεωπολιτική διάσταση. Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει ολοένα και πιο εμφανές ότι οι κρίσιμες ψηφιακές υποδομές συγκεντρώνονται στα χέρια λίγων μεγάλων παικτών. Οι hyperscalers κυριαρχούν στις υπηρεσίες cloud και στην υπολογιστική ισχύ που απαιτεί η τεχνητή νοημοσύνη, η Ασία εξακολουθεί να διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην παραγωγή τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού και ηλεκτρονικών συστημάτων, ενώ ο ανταγωνισμός μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας επηρεάζει πλέον άμεσα και τις τεχνολογικές επιλογές της Ευρώπης.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο όρος digital sovereignty βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο σχεδόν κάθε ευρωπαϊκής στρατηγικής για τις ψηφιακές τεχνολογίες. Η συζήτηση δεν αφορά μόνο το πού αποθηκεύονται τα δεδομένα ή ποιος παρέχει τις υπηρεσίες cloud. Αφορά το κατά πόσο η Ευρώπη θα μπορεί να σχεδιάζει, να λειτουργεί και να εξελίσσει τις δικές της κρίσιμες ψηφιακές υποδομές, διατηρώντας τον έλεγχο σε τεχνολογίες που επηρεάζουν την οικονομία, την ασφάλεια και την ανταγωνιστικότητά της.

Και σε αυτή την εξίσωση, οι τηλεπικοινωνίες αποκτούν διαφορετική σημασία. Δεν αποτελούν πλέον απλώς μια αγορά υπηρεσιών, αλλά μία από τις βασικές υποδομές πάνω στις οποίες θα στηριχθούν η βιομηχανία, η ενέργεια, οι μεταφορές, η υγεία, η πολιτική προστασία και η άμυνα της επόμενης δεκαετίας.

Οι δορυφόροι αλλάζουν το παιχνίδι

Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, οι δορυφορικές επικοινωνίες παύουν να αποτελούν μια εξειδικευμένη αγορά και μετατρέπονται σε βασικό κομμάτι της αρχιτεκτονικής των δικτύων επόμενης γενιάς.

Η ανάπτυξη αστερισμών δορυφόρων χαμηλής τροχιάς (LEO), με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Starlink της SpaceX, απέδειξε ότι η παροχή ευρυζωνικής πρόσβασης δεν εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από επίγειες υποδομές. Αυτό που αλλάζει τώρα είναι ότι οι δορυφόροι δεν αντιμετωπίζονται ως ανταγωνιστές των δικτύων κινητής τηλεφωνίας αλλά ως συμπληρωματικό στοιχείο μιας ενιαίας υποδομής συνδεσιμότητας.

Η φιλοσοφία του 6G βασίζεται ακριβώς σε αυτή τη σύγκλιση. Ο τελικός χρήστης δεν θα χρειάζεται να γνωρίζει εάν η σύνδεσή του εξυπηρετείται από μία κεραία κινητής τηλεφωνίας, μία οπτική ίνα ή έναν δορυφόρο. Το ίδιο το δίκτυο θα επιλέγει δυναμικά την καλύτερη διαθέσιμη διαδρομή, αξιοποιώντας όλες τις διαθέσιμες υποδομές ώστε να εξασφαλίζει την καλύτερη δυνατή εμπειρία και την απαιτούμενη αξιοπιστία.

Οι πρώτες κινήσεις προς αυτή την κατεύθυνση έχουν ήδη ξεκινήσει. Η συνεργασία της Deutsche Telekom με τη Starlink αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της προσπάθειας ενσωμάτωσης δορυφορικών υπηρεσιών στο συνολικό χαρτοφυλάκιο ενός τηλεπικοινωνιακού παρόχου, ενώ αντίστοιχες πρωτοβουλίες αναπτύσσονται και από άλλους μεγάλους ομίλους διεθνώς.

Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση προωθεί το IRIS², το φιλόδοξο πρόγραμμα ανάπτυξης ενός ευρωπαϊκού αστερισμού δορυφόρων, το οποίο φιλοδοξεί να ενισχύσει την αυτονομία της Ευρώπης στις ασφαλείς δορυφορικές επικοινωνίες. Η πρωτοβουλία αυτή δεν έρχεται να ανταγωνιστεί μόνο εμπορικές υπηρεσίες όπως η Starlink, αλλά εντάσσεται στη συνολική στρατηγική για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ψηφιακής κυριαρχίας.

Η σημασία αυτών των επενδύσεων γίνεται ακόμη μεγαλύτερη αν αναλογιστεί κανείς ότι οι τηλεπικοινωνίες δεν αποτελούν πλέον μια αυτόνομη αγορά. Τα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας, οι υπηρεσίες cloud, οι πλατφόρμες τεχνητής νοημοσύνης, τα data centers και οι δορυφορικές υποδομές εξελίσσονται σταδιακά σε ένα ενιαίο οικοσύστημα. Η επιτυχία του ενός εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από τις δυνατότητες του άλλου.

Η εικόνα που διαμορφώνεται δείχνει ότι οι τηλεπικοινωνίες της επόμενης δεκαετίας θα διαφέρουν σημαντικά από αυτές που γνωρίζουμε σήμερα. Τα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας, οι υπηρεσίες cloud, οι πλατφόρμες τεχνητής νοημοσύνης, τα data centers και οι δορυφορικές υποδομές δεν θα εξελίσσονται πλέον παράλληλα, αλλά ως τμήματα ενός ενιαίου ψηφιακού οικοσυστήματος. Και όσο οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα σε αυτούς τους τομείς γίνονται λιγότερο ευδιάκριτες, τόσο θα αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ίδια την αγορά των τηλεπικοινωνιών.

Η Ελλάδα προετοιμάζεται για το 6G

Μπορεί τα πρώτα εμπορικά δίκτυα 6G να απέχουν ακόμη αρκετά χρόνια, όμως η Ελλάδα δεν παρακολουθεί πλέον τις εξελίξεις από απόσταση. Αντίθετα, συμμετέχει ήδη στην ευρωπαϊκή προσπάθεια μέσα από ερευνητικά έργα, πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και επιχειρήσεις που συμβάλλουν στη διαμόρφωση των τεχνολογιών της επόμενης γενιάς.

Την ίδια στιγμή, οι ελληνικοί τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι συνεχίζουν να επενδύουν στην επέκταση των δικτύων οπτικών ινών και του 5G Standalone, δημιουργώντας τις υποδομές πάνω στις οποίες θα βασιστεί σταδιακά η μετάβαση στο 6G. Όπως συνέβη και με τις προηγούμενες γενιές κινητών επικοινωνιών, η αλλαγή δεν θα γίνει από τη μία ημέρα στην άλλη. Θα είναι μια πολυετής διαδικασία, κατά την οποία νέες τεχνολογίες και υπηρεσίες θα ενσωματώνονται σταδιακά στα υπάρχοντα δίκτυα.

Η χώρα διαθέτει ήδη σημαντική τεχνογνωσία σε τομείς όπως οι τηλεπικοινωνίες, οι δορυφορικές εφαρμογές, οι υποδομές cloud και η τεχνητή νοημοσύνη, ενώ ελληνικές ομάδες συμμετέχουν σε ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα που θα συμβάλουν στον σχεδιασμό των δικτύων της επόμενης γενιάς. Παράλληλα, η ανάπτυξη νέων data centers και η δημιουργία ισχυρότερων ψηφιακών υποδομών ενισχύουν σταδιακά τη θέση της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό ψηφιακό χάρτη.

Το μεγάλο διακύβευμα, άλλωστε, δεν είναι η αύξηση της ταχύτητας. Είναι η δημιουργία ενός δικτύου που θα μπορεί να λειτουργεί ως η βάση για εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, βιομηχανικούς αυτοματισμούς, αυτόνομα οχήματα, υπηρεσίες υγείας, «έξυπνες» πόλεις και κρίσιμες υποδομές που θα απαιτούν εξαιρετικά υψηλή αξιοπιστία και δυνατότητα λήψης αποφάσεων σε πραγματικό χρόνο.

Γι’ αυτό και η συζήτηση για το 6G έχει ξεκινήσει τόσο νωρίς. Όσοι επενδύουν σήμερα δεν σχεδιάζουν απλώς την επόμενη γενιά δικτύων κινητής τηλεφωνίας. Διεκδικούν θέση στο οικοσύστημα που θα υποστηρίξει την ψηφιακή οικονομία της επόμενης δεκαετίας.

Το βέβαιο είναι ότι η συζήτηση για το 6G δεν αφορά πλέον αποκλειστικά τις τηλεπικοινωνίες. Αφορά το πώς θα λειτουργούν οι οικονομίες, οι επιχειρήσεις και οι κοινωνίες σε έναν κόσμο όπου η συνδεσιμότητα, η τεχνητή νοημοσύνη και η υπολογιστική ισχύς θα αποτελούν μία ενιαία υποδομή.


Πηγή