Εκεί, σε μια γειτονιά που κατοικούνταν κυρίως από οικογένειες εργατικής και μεσαίας τάξης, ο νεαρός Τζέφρι ζούσε με τον πατέρα του, υπάλληλο στο τμήμα για τα πάρκα της πόλης, και τη μητέρα του, σχολική βοηθό. Παρότι το σπίτι της οικογένειας ήταν σχετικά μεγάλο, η πραγματικότητα ήταν πιο περιορισμένη: ένα μικρό διαμέρισμα στον δεύτερο όροφο, μέσα σε μια ευρύτερη κατοικία.
Οι συνθήκες δεν προμήνυαν πλούτο ή επιρροή. Αντίθετα, οι μαρτυρίες σκιαγραφούν μια οικογένεια μάλλον εσωστρεφή, με λίγες κοινωνικές επαφές και περιορισμένη συμμετοχή στη ζωή της γειτονιάς.
Στο Sea Gate, ο μικρός Τζέφρι απέκτησε το παρατσούκλι «Bear» (αρκούδα). Σύμφωνα με τον αδελφό του, περνούσε μεγάλο μέρος της ημέρας κοιμισμένος, με τους φίλους του να τον περιμένουν υπομονετικά να ξυπνήσει για να παίξουν.
Άλλοι τον θυμούνται κάπως αλλιώς: απορροφημένο σε βιβλία μαθηματικών, να διαβάζει για ευχαρίστηση ή να ακούει κλασική μουσική σχεδόν εμμονικά.
Ένα παιδί που έμοιαζε να κινείται ανάμεσα στην απομόνωση και σε μια εσωτερική πειθαρχία που δεν ταίριαζε στην ηλικία του.
Ωστόσο, ακόμη και σε αυτή την εικόνα, δεν υπάρχει κάτι ξεκάθαρα ανησυχητικό.
Περισσότερο μοιάζει με ένα παιδί εσωστρεφές, ίσως ιδιόρρυθμο, παρά με κάποιον που θα μπορούσε να προδιαγράψει το μέλλον του.
Το Sea Gate δεν ήταν απλώς μια γειτονιά. Ήταν ένας κλειστός κόσμος με δική του αστυνομία, δικούς του κανόνες και μια έντονη αίσθηση αποκλειστικότητας. Τα παιδιά μεγάλωναν σχεδόν ανεξάρτητα από τους ενήλικες, παίζοντας στους δρόμους και στις παραλίες.
Όμως, ακριβώς έξω από τα κάγκελα, η Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’60 άλλαζε ραγδαία. Οικονομική παρακμή, κοινωνικές εντάσεις και φυλετικές συγκρούσεις διαμόρφωναν ένα εντελώς διαφορετικό τοπίο.
Μέσα σε αυτή τη διπλή πραγματικότητα, τα παιδιά του Sea Gate μεγάλωναν με την αίσθηση ότι ανήκουν σε έναν προστατευμένο πυρήνα – αλλά και με μια έμμεση πεποίθηση ότι είναι διαφορετικά από τους υπόλοιπους.
Η παρέα των «4»
Καθώς μεγάλωνε, ο Επστάιν εντάχθηκε σε μια στενή παρέα τεσσάρων αγοριών. Ήταν έξυπνοι, δεμένοι και, σύμφωνα με μαρτυρίες, ιδιαίτερα πνευματώδεις. Μουσική, χιούμορ, μικρές παρανομίες και έντονη περιέργεια για τις σχέσεις με τα κορίτσια χαρακτήριζαν τη δυναμική τους.
«Δεν μαθαίνεις τη ζωή στο σπίτι σου. Τη μαθαίνεις από εμάς», θυμόταν αργότερα ένας από αυτούς, περιγράφοντας μια παιδική ηλικία χωρίς σαφή όρια.
Ο Επστάιν δεν ήταν απαραίτητα ο πιο κοινωνικός της ομάδας, αλλά συχνά αυτός που κρατούσε τον άξονα των σχέσεων. Όσοι τον γνώρισαν μιλούν για ένα παιδί που μπορούσε να είναι ταυτόχρονα αποστασιοποιημένο και ιδιαίτερα επιδραστικό σε όσους τον αποδέχονταν.
Στο σχολείο δεν ξεχώριζε ιδιαίτερα. Οι βαθμοί του ήταν μέτριοι, με αδυναμίες στην προσπάθεια και τη συνέπεια. Παρά τους μεταγενέστερους ισχυρισμούς περί μαθηματικής ιδιοφυΐας, οι συμμαθητές του τον περιγράφουν ως έναν μέτρι μαθητή χωρίς ιδιαίτερη ακαδημαϊκή λάμψη.
Κάποιοι τον θυμούνται σχεδόν αόρατο, αφού δεν συμμετείχε ιδιαίτερα σε συζητήσεις, δεν τραβούσε την προσοχή.
Πηγή
















