washington post7 1200x630.jpg
washington post7 1200x630.jpg


Τα ξημερώματα της 17ης Ιουνίου 1972, πέντε διαρρήκτες συλλαμβάνονται μέσα στα κεντρικά γραφεία του κόμματος των Δημοκρατικών, εντός του κτιριακού συγκροτήματος Watergate στην Ουάσιγκτον.

Μέχρι τη στιγμή εκείνη η λέξη Watergate παρέπεμπε στο εντυπωσιακό αυτό κτιριακό συγκρότημα. Λίγες ώρες αργότερα θα γινόταν το όνομα του μεγαλύτερου πολιτικού σκανδάλου στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών, το σκάνδαλο Watergate.

Στα πρώτα του χρόνια, συνήθισε να αγνοεί τον θόρυβο του αστυνομικού ασυρμάτου. Ένα βράδυ του Ιουνίου 1972, όμως, σταμάτησε όταν άκουσε: «Οι πόρτες άνοιξαν στο Watergate». Την επόμενη ημέρα έμαθε ότι τα γραφεία των Δημοκρατικών είχαν διαρρηχθεί. Η Post βρέθηκε στο κέντρο μιας υπόθεσης που θα άλλαζε την ιστορία.

«Δούλεψα εκεί 60 χρόνια – πόσοι άνθρωποι μπορούν να το πουν αυτό;» είπε συγκινημένος.

«Η συγκίνηση να βλέπω το όνομά μου τυπωμένο δεν έφυγε ποτέ. Δεν ξεθώριασε ποτέ».

Η καριέρα του διέσχισε δεκαετίες αλλαγών. Είδε την Post να επεκτείνεται, να κυριαρχεί στην τοπική αγορά, να αντλεί διαφημιστικά έσοδα από κάθε γωνιά της μητροπολιτικής περιοχής – και αργότερα να στρέφεται προς ένα εθνικό μοντέλο ενημέρωσης υπό την ιδιοκτησία του Μπέζος.

Κάλυψε κρίσεις, δολοφονίες, επιθέσεις, την 11η Σεπτεμβρίου, την επίθεση της 6ης Ιανουαρίου 2021 στο Καπιτώλιο. Στις νυχτερινές βάρδιες επέμενε να βελτιώνει τα κείμενα μέχρι την τελευταία στιγμή. «Αυτό χρειάζεται διόρθωση», έλεγε.

Χρησιμοποιούσε έναν έντυπο τηλεφωνικό κατάλογο για να εντοπίζει μάρτυρες. Η χαρακτηριστική του εισαγωγή έμεινε θρυλική:

«Καλησπέρα σας, είμαι ο Μάρτιν Βάιλ από τη Washington Post. Συγγνώμη που σας ενοχλώ, αλλά γνωρίζετε ότι ο γείτονάς σας δολοφονήθηκε;»

Και όμως, υπήρχε και χώρος για πιο ήσυχες στιγμές. Έγραφε μικρά «καιρικά» κείμενα, σχεδόν λογοτεχνικά, που απέκτησαν φανατικούς αναγνώστες.

Ήταν από εκείνους που περνούσαν καθημερινά από τα γραφεία για ένα γεια πριν καθίσουν να γράψουν.

Η αποχώρησή του είναι το τέλος μιας ολόκληρης εποχής.

Ούτε μια πολεμική ανταποκρίτρια δεν γλίτωσε.

«Μόλις απολύθηκα από τη Washington Post ενώ βρισκόμουν στη μέση μιας εμπόλεμης ζώνης», έγραψε στο X η ανταποκρίτρια στην Ουκρανία Λίζι Τζόνσον. «Δεν έχω λόγια. Είμαι συντετριμμένη».

Η «στρατηγική επανεκκίνηση» και οι αντιδράσεις

Σε εσωτερική σύσκεψη, ο Ματ Μάρεϊ μίλησε για «στρατηγική επανεκκίνηση» και ανάγκη προσαρμογής σε μια κορεσμένη αγορά. Η Post, είπε, πρέπει να γίνει «πιο απαραίτητη στη ζωή των ανθρώπων».

Παραδέχθηκε ότι οι αποφάσεις θα είναι οδυνηρές. Οι απολυμένοι θα παραμείνουν τυπικά στο προσωπικό έως τον Απρίλιο, με κάλυψη υγείας για έξι μήνες.

Ο πρώην εκτελεστικός διευθυντής σύνταξης, Μάρτιν Μπάρον, χαρακτήρισε τη μέρα «μία από τις πιο σκοτεινές στην ιστορία ενός από τους σπουδαιότερους ειδησεογραφικούς οργανισμούς στον κόσμο».

Προειδοποίησε ότι οι φιλοδοξίες της Post θα μειωθούν και το κοινό θα στερηθεί τη δημοσιογραφία πεδίου.

Οι αντιδράσεις ήταν έντονες. Δημοσιογράφοι κατηγόρησαν τη διοίκηση και τον εκδότη Γουίλ Λιούις, ενώ άλλοι στόχευσαν ευθέως τον Τζεφ Μπέζος.

«Η κληρονομιά του θα είναι ότι επέτρεψε να καταστραφεί ένας αμερικανικός θεσμός», είπε απολυμένος συντάκτης.

Το σωματείο εργαζομένων υποστήριξε ότι οι περικοπές δεν ήταν αναπόφευκτες και προειδοποίησε: μια αίθουσα σύνταξης που αποψιλώνεται δεν μπορεί να διατηρήσει την αξιοπιστία και την αποστολή της.

Τα τελευταία χρόνια είχαν ήδη προηγηθεί εθελούσιες έξοδοι και μικρότερα κύματα απολύσεων.

Όμως τώρα είναι διαφορετικά. Δεν επρόκειτο μόνο για θέσεις, αλλά για εμπειρία, για τα πρόσωπα που έχτισαν την ταυτότητα της Post.

Εργαζόμενοι υπέγραψαν επιστολές, έκαναν αναρτήσεις, ζήτησαν από τον Μπέζος να σταματήσει τις περικοπές. Δεν έλαβαν καμία απάντηση.

Στην αίθουσα σύνταξης, το κλίμα είναι βαρύ. Όχι μόνο για εκείνους έφυγαν, αλλά και για όσους μένουν. Γιατί κάθε κενή καρέκλα θυμίζει ότι η δημοσιογραφία δεν είναι απλώς περιεχόμενο – είναι οι άνθρωποι.



Πηγή