Όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε για πρώτη φορά τη συμφωνία με το Ιράν, ανέφερε σχεδόν έξι χώρες που είχαν εγκρίνει τη συμφωνία, συμπεριλαμβανομένων όλων των κρατών του Κόλπου εκτός από ένα: Το Ομάν, τον πρώην μεσολαβητή στις διαπραγματεύσεις.
Το σουλτανάτο του Ομάν, το οποίο μοιράζεται με το Ιράν τα στρατηγικής σημασίας Στενά του Ορμούζ, λειτούργησε για πάνω από μια δεκαετία ως ο βασικός μεσολαβητής στις συνομιλίες μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, ενώ και συνέβαλε στη σύναψη της πυρηνικής συμφωνίας του 2015, από την οποία ο Ντόναλντ Τραμπ αποχώρησε πριν από 8 χρόνια.
Τώρα, το Ομάν —που αποκαλείται «Ελβετία της Μέσης Ανατολής» ως αναγνώριση της ουδετερότητάς του— έχει δεχτεί απειλές από τον Τραμπ και έχει παραγκωνιστεί ως μεσολαβητής για τη συμφωνία που υπογράφηκε αυτή την εβδομάδα, καθώς η Ουάσιγκτον κατηγορεί τη Μουσκάτ ότι διατηρεί πολύ στενές σχέσεις με το Ιράν.
«Το μοντέλο του Ομάν ήταν πάντα η τριγωνοποίηση, όπου διατηρούν ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας ταυτόχρονα με την Τεχεράνη, την Ουάσινγκτον και τον Κόλπο», δήλωσε ο αναλυτής H.A. Hellyer του Royal United Services Institute. «Αυτό που άλλαξε είναι η ανοχή της Ουάσινγκτον απέναντι σε έναν συνομιλητή που δεν θα διακόψει τον δίαυλο επικοινωνίας με το Ιράν και που ασκεί διπλωματία με έναν δημόσια επιθετικό τρόπο που ταιριάζει με τη στάση της Ουάσιγκτον», τόνισε.
Η κίνηση αυτή έρχεται ενώ άλλα κράτη του Κόλπου, μη πεπεισμένα από την αμερικανική «ομπρέλα» ασφάλειας, έχουν προσεγγίσει το Ιράν, και παρά την ανάδειξη του Ομάν σε περιφερειακό κόμβο εφοδιαστικής που παρακάμπτει το στενό.
Το Ομάν ήταν η πρώτη χώρα του Κόλπου που υποδέχτηκε έναν Ισραηλινό ηγέτη, το 1994, αλλά έχει επίσης φιλοξενήσει συνομιλίες μεταξύ των Χούθι της Υεμένης, που υποστηρίζονται από το Ιράν, και της Σαουδικής Αραβίας, η οποία υποστηρίζει την κυβέρνηση της Υεμένης.
Η Μουσκάτ λειτούργησε ως παράλληλος δίαυλος για τις συνομιλίες μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν κατά την περίοδο που προηγήθηκε της πυρηνικής συμφωνίας του 2015 και μεσολάβησε σε αρκετούς γύρους συνομιλιών κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας του Τραμπ. Ωστόσο, οι διαπραγματεύσεις αυτές διακόπηκαν δύο φορές – τον περασμένο Ιούνιο και τον Φεβρουάριο, λόγω των επιθέσεων εναντίον του Ιράν που πυροδότησαν τον τελευταίο πόλεμο.
Η υιοθέτηση ενός ουδέτερου τόνου είχε το κόστος της για το Ομάν, καθώς οι ΗΠΑ απαίτησαν αταλάντευτη υποστήριξη από τους συμμάχους τους στον Κόλπο, οι οποίοι δέχονταν σφοδρές επιθέσεις από το Ιράν. Στο αποκορύφωμα του πολέμου, ο σουλτάνος Χαϊθάμ μπιν Ταρίκ συνεχάρη τον Μοτζτάμπα Χαμενεΐ για τον διορισμό του ως Ανώτατου Ηγέτη.
Το Σουλτανάτο απέφυγε επίσης να κατονομάσει το Ιράν όταν καταδίκασε τις επιθέσεις στο έδαφός του και στην περιοχή, με τον κορυφαίο διπλωμάτη Μπαντρ Αλ-Μπουσαΐντι να προτρέπει την Ουάσιγκτον να σταματήσει τις επιθέσεις εναντίον του Ιράν, επιμένοντας ότι «αυτός δεν είναι ο δικός σας πόλεμος».
Τις επόμενες εβδομάδες, το Πακιστάν, με την υποστήριξη της Αιγύπτου, της Τουρκίας και της Σαουδικής Αραβίας, ανέλαβε ηγετικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις λίγες εβδομάδες μετά την έναρξη του πολέμου. Το Κατάρ έχει επίσης διαδραματίσει έναν ολοένα και πιο σημαντικό ρόλο.
Τον Μάιο, ο Τραμπ απείλησε ότι, αν το Ομάν προσπαθούσε να ελέγξει τα Στενά του Ορμούζ μαζί με το Ιράν, θα «τους ανατίναζε», ενώ ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ προειδοποίησε ότι θα επέβαλε κυρώσεις στη Μουσκάτ αν αυτή συνέβαλε στην επιβολή συστήματος διοδίων στη θαλάσσια οδό.
Αργότερα ανέφερε ότι ο πρέσβης του Ομάν τον διαβεβαίωσε ότι «δεν υπήρχαν σχέδια για την επιβολή διοδίων». Και ως μέρος της συμφωνίας, το Ομάν και το Ιράν θα καθορίσουν, μαζί με άλλα κράτη του Κόλπου, «τη μελλοντική διοίκηση και τις ναυτιλιακές υπηρεσίες στο Στενό του Ορμούζ» σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.
Ωστόσο, η Ουάσιγκτον κατέστησε σαφές ότι το Ομάν δεν ήταν ο προτιμώμενος μεσολαβητής της.
Ένας ανώτερος αξιωματούχος της κυβέρνησης Τραμπ δήλωσε στους δημοσιογράφους τη Δευτέρα, κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνδιάλεξης, ότι η Ουάσιγκτον «τους απέκλεισε» από τη διαδικασία επειδή «θεωρήσαμε ότι ήταν πολύ διπρόσωποι, σχεδόν σαν υπάλληλοι των Ιρανών».
«Δεν νομίζω ότι το Ομάν έχει “ταχθεί” υπέρ καμίας από τις δύο χώρες», δήλωσε ο Άλαν Έιρ, πρώην Αμερικανός διπλωμάτης που ήταν μέλος της ομάδας που διαπραγματεύτηκε τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του 2015. Ανέφερε ότι η Μουσκάτ δεν έχει χάσει την εύνοια της Ουάσιγκτον, παρά τις επιπλήξεις. «Η σημερινή αμερικανική κυβέρνηση λειτουργεί ουσιαστικά με βάση το συμφέρον: αν το Ομάν μπορεί να αποφέρει όφελος, θα συνεργαστεί μαζί του», πρόσθεσε.
Ενώ η ουδετερότητα του Ομάν μπορεί να το εξέθεσε στην οργή των ΗΠΑ, ενδέχεται να προστάτευσε το Σουλτανάτο από τις τακτικές επιθέσεις που αντιμετώπιζαν οι γείτονές του.
Το Ομάν ήταν η λιγότερο πληγείσα χώρα του Κόλπου κατά τη διάρκεια του πολέμου, με σπάνιες επιθέσεις, ενώ το αεροδρόμιό του έγινε κόμβος για όσους διέφευγαν, την ώρα που άλλα κράτη της περιοχής αντιμετώπιζαν τακτικές – και ενίοτε θανατηφόρες – επιθέσεις.
Ενώ η επιφυλακτική στάση της Μουσκάτ έρχονταν σε έντονη αντίθεση με εκείνη των γειτόνων του Κόλπου, οι οποίοι καταδίκασαν σφοδρά το Ιράν για τις επιθέσεις του, πολλοί έχουν έκτοτε επιδιώξει διάλογο με την Τεχεράνη. Μεγάλο μέρος της ακτογραμμής του Ομάν βρίσκεται εκτός του Κόλπου, μετατρέποντας τα λιμάνια του Σοχάρ και του Ντουκμ σε στρατηγικούς κόμβους, καθώς οι εξαγωγείς αναζητούν εναλλακτικές λύσεις αντί του Στενού του Ορμούζ.
«Ο πόλεμος επιτάχυνε τις υπάρχουσες προσπάθειες αντιστάθμισης κινδύνου», δήλωσε ο Χέλιερ αναφερόμενος στην επανένταξη των χωρών του Κόλπου στις σχέσεις με το Ιράν, ενώ παράλληλα διαχειρίζονται τις σχέσεις τους με τις ΗΠΑ. «Τα κράτη του Κόλπου συγκλίνουν προς τη στάση του Ομάν, επειδή το κίνητρο – που είναι μια αναξιόπιστη αμερικανική εγγύηση – ισχύει πλέον σε ευρεία κλίμακα», τόνισε
Πηγή
















