Μαζικές διαμαρτυρίες για την εκτόξευση ενοικίων και την κερδοσκοπία στον τομέα των ακινήτων έχουν συγκλονίσει την Ισπανία τις τελευταίες εβδομάδες, ωθώντας τον πρωθυπουργό και ηγέτη του Σοσιαλιστικού Κόμματος, Πέδρο Σάντσεθ, να προκηρύξει τη Δευτέρα (05.10.2026) πρόωρες εκλογές για τις 29 Νοεμβρίου.

Ο Πέδρο Σάντσεθ, ο οποίος δέχεται πιέσεις λόγω της συνεχιζόμενης μεταναστευτικής κρίσης στη Θέουτα στην Ισπανία και των υποθέσεων διαφθοράς που εμπλέκονται μέλη της οικογένειάς του και στενοί πολιτικοί του σύμμαχοι, σύμφωνα με δημοσίευσα του Politioco, στοχεύει να εκμεταλλευτεί τη λαϊκή δυσαρέσκεια για το ζήτημα της στέγασης για να πετύχει την επανεκλογή του, παρουσιάζοντας παράλληλα τη συντηρητική αντιπολίτευση ως εμπόδιο για την επίλυση του προβλήματος.

Ωστόσο, οι επικριτές του αμφισβητούν αν έχει το δικαίωμα να αυτοαποκαλείται «υπέρμαχος των δικαιωμάτων στέγασης», καθώς κατά τη διάρκεια της θητείας του η στεγαστική κρίση επιδεινώθηκε και το κόστος ενοικίασης έχει εκτοξευθεί τα τελευταία οκτώ χρόνια.

Η Βαλέρια Ρακού, εκπρόσωπος της Ένωσης Ενοικιαστών, η οποία ηγείται των διαμαρτυριών για τη στεγαστική κρίση, δήλωσε ότι ο Σάντσεθ «δεν έχει κανένα παρελθόν για το οποίο μπορεί να καυχιέται» και αποκάλεσε το Σοσιαλιστικό Κόμμα ως «κόμμα των ιδιοκτητών ακινήτων». «Τελειώσαμε με αυτούς τους πολιτικούς. Δεν θα πέσουμε πια στις ανοησίες τους», πρόσθεσε.

Ο Πάμπλο Σιμόν, πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο Carlos III της Μαδρίτης, πιστεύει ότι το εκλογικό στοίχημα του πρωθυπουργού έχει βάση. «Οι τρέχουσες προοπτικές για τον Σάντσεθ είναι δυσοίωνες», είπε. «Ακόμα κι αν αγνοηθεί η μεταναστευτική κρίση στη Θέουτα — η οποία δεν πρόκειται να λυθεί σύντομα — και οι συνεχιζόμενες υποθέσεις διαφθοράς, εξακολουθεί να ηγείται μιας κυβέρνησης μειοψηφίας που δεν μπορεί να ψηφίσει καμία νομοθεσία, ενώ ο πληθωρισμός υπονομεύει σταθερά τον ισχυρισμό του ότι η Ισπανία τα πάει περίφημα από οικονομικής άποψης».

Κάνοντας εκλογές με κύριο θέμα τη στέγαση, ο πρωθυπουργός επιδιώκει να μετατοπίσει τη συζήτηση από τη διαφθορά στον στενό του κύκλο και τα εθνικά ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι ισπανικοί θύλακες της Βόρειας Αφρικής προς τα κοινωνικά θέματα που υποστηρίζει η αριστερά, όπως πρόσθεσε ο Σιμόν.

Τιμές στέγης σε συνεχή άνοδο

Η στεγαστική κρίση στην Ισπανία έχει τις ρίζες της στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, όταν οι τράπεζες περιόρισαν δραστικά τα στεγαστικά δάνεια στις οικογένειες.

«Τα μετρητά δεν εξαφανίστηκαν από την αγορά, απλώς κατέληξαν στα χέρια επενδυτών», δήλωσε ο Χαβιέ Χιλ, ειδικός σε θέματα στέγασης του Ισπανικού Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας. «Αυτό που βλέπουμε στην Ισπανία είναι ένας νέος κύκλος που καθοδηγείται από κερδοσκοπική, μη οικιστική ζήτηση».

Αυτός ο κύκλος είχε ως αποτέλεσμα μια «γενιά ενοικιαστών» δεν μπόρεσε να αποκτήσει ιδιόκτητη κατοικία, όχι μόνο λόγω έλλειψης στέγης, αλλά και γιατί οι επενδυτές με υψηλό εισόδημα αγόρασαν σπίτια ως περιουσιακά στοιχεία.

Μεταξύ 2015 και 2025, οι μέσες τιμές κατοικιών στην Ισπανία αυξήθηκαν κατά 80% και τα ενοίκια εκτοξεύτηκαν κατά 87%, ενώ οι μισθοί αυξήθηκαν μόνο κατά 30%.

Οι αυξήσεις στις τιμές είχαν ιδιαίτερα αρνητικό αντίκτυπο για τους νέους Ισπανούς. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Εθνικού Στατιστικού Ινστιτούτου της Ισπανίας, το 69% των Ισπανών ηλικίας 18 έως 34 ετών ζουν με τους γονείς τους.

Τουρισμός και αύξηση πληθυσμού

Η μεγάλη τουριστική άνθηση της χώρας, η οποία απέφερε 200,7 δισεκατομμύρια ευρώ το 2024 – το 12,6% του ΑΕΠ -, έχει προσελκύσει επενδυτές ακινήτων σε μεγάλες πόλεις και τουριστικούς προορισμούς. Παρόλο που η κυβέρνηση Σάντσεθ έχει λάβει μέτρα για τον περιορισμό της αγοράς βραχυπρόθεσμης μίσθωσης, ο αριθμός των διανυκτερεύσεων σε τουριστικά διαμερίσματα έχει διπλασιαστεί από τότε που ανέλαβε τα καθήκοντά του το 2018.

Η αύξηση του πληθυσμού έχει επίσης ασκήσει πρόσθετη πίεση στα μεγάλα αστικά κέντρα. Η Ισπανία έχει αποκτήσει περισσότερους από 3 εκατομμύρια κατοίκους από το 2015, συμπεριλαμβανομένων 793.000 στη Μαδρίτη, 556.000 στη Βαρκελώνη και 279.000 στη Βαλένθια — όλες πόλεις όπου το κόστος στέγασης έχει αυξηθεί απότομα.

Ο Σάντσεθ έχει αποκαλέσει τη στέγαση «μεγάλη συνταγματική πρόκληση» της χώρας. Το 2023, δεσμεύτηκε να χρησιμοποιήσει όλους τους απαραίτητους κρατικούς πόρους για να παρέχει 184.000 δημόσιες και οικονομικά προσιτές ενοικιαζόμενες κατοικίες.

Ωστόσο, όταν η κυβέρνηση παρείχε τον τελευταίο λεπτομερή απολογισμό της προσπάθειας, τον Αύγουστο του 2024, ανέφερε ότι μόνο 14.000 κατοικίες είχαν «διατεθεί στους πολίτες» μέσω ενός κοινωνικού προγράμματος, ενώ περίπου 60.000 άλλες βρίσκονταν σε διάφορα στάδια ανάπτυξης.

«Το Σοσιαλιστικό Κόμμα του Σάντσεθ ισχυρίζεται εδώ και χρόνια ότι θέλει να ευνοήσει την αγορά κατοικίας από τους πολίτες, αλλά στην πράξη ακολουθεί την ίδια προσέγγιση με τα δεξιά κόμματα», δήλωσε ο Χιλ. «Απέφυγε να αμφισβητήσει το status quo που επικρατεί ή να προτείνει διαρθρωτικά μέτρα ή μεταρρυθμίσεις».

Ακόμη και τα βασιλικά διατάγματα για τη στέγαση που δεν πέρασαν — τα οποία περιλάμβαναν σχέδια για τον περιορισμό των κερδοσκοπικών πρακτικών, την παράταση της προστασίας από έξωση για ευάλωτους ενοικιαστές έως το 2030 και την αυτόματη ανανέωση των υφιστάμενων συμβάσεων ενοικίασης — περιείχαν μόνο ελάχιστα μέτρα που θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν ουσιαστικά την κρίση, πρόσθεσε ο Χιλ.

Η προεκλογική στάση

Παρά το παρελθόν της θητείας του απέναντι στη στεγαστική κρίση, ο Σάντσεθ είναι αποφασισμένος να κάνει εκστρατεία ως υπέρμαχος της στέγασης.

Πριν από τη διάλυση του κοινοβουλίου, σχεδιάζει να ζητήσει από το Υπουργικό Συμβούλιο να επανεγκρίνει τα νομοσχέδια για τη στέγαση που απέρριψε η Βουλή την περασμένη Παρασκευή. Τα μέτρα θα μπορούσαν στη συνέχεια να ψηφιστούν από τη μόνιμη επιτροπή της νομοθετικής εξουσίας, η οποία παραμένει ενεργή και μετά τη διάλυση του κοινοβουλευτικού σώματος.

Εντούτοις, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι αυτή η στρατηγική θα προσελκύσει τους χιλιάδες Ισπανούς που βγήκαν στους δρόμους την περασμένη εβδομάδα.

Η Ρακού δήλωσε ότι η Ένωση Ενοικιαστών θέλει οι πολιτικοί να δεσμευτούν για την θέσπιση συμβάσεων μίσθωσης αορίστου χρόνου, νομικά κατοχυρωμένες μειώσεις ενοικίων, τον τερματισμό των εξώσεων και των κερδοσκοπικών αγορών, καθώς και για μια σημαντική επέκταση των κοινωνικών κατοικιών μέσω της ανάκτησης κατοικιών που κατέχονται από τράπεζες και επενδυτικά κεφάλαια.

«Η ψήφος είναι σημαντική, είναι ένα δικαίωμα που κατακτήθηκε μέσα από αιματοχυσία, ταλαιπωρία και βία ενάντια στη δικτατορία του Φράνκο», είπε. «Αλλά η δημοκρατία και η λαϊκή εξουσία έγκεινται σε κάτι πολύ περισσότερο από μια ψήφο κάθε τέσσερα χρόνια».

«Σε οκτώ ημέρες λαϊκής εξουσίας, έχουμε κάνει περισσότερα για τη στέγαση από ό,τι οκτώ χρόνια προοδευτικής κυβέρνησης. Όποιος κι αν κυβερνήσει, αυτό δεν πρόκειται να σταματήσει. Η πολιτική επιστρέφει εκεί που έπρεπε πάντα να είναι: στους δρόμους και στον λαό», κατέληξε η Ρακού.


Πηγή