Λίγα παπούτσια έχουν τόσο μακριά ιστορία όσο το σαμπό. Πριν γίνει το ελαφρύ υπόδημα που φοράμε σήμερα στην παραλία, στην κουζίνα ή στη βόλτα, ήταν για αιώνες το παπούτσι των αγροτών, των εργατών και των φτωχών της Ευρώπης. Η λέξη η ίδια έχει γαλλική καταγωγή, από το «sabot», που σήμαινε ακριβώς αυτό: ένα παπούτσι σκαλισμένο από ένα κομμάτι ξύλο.

Τα ξύλινα παπούτσια εμφανίζονται σε πολλές περιοχές ανεξάρτητα η μία από την άλλη, κάτι που δείχνει ότι απαντούσαν σε μια πολύ κοινή ανάγκη. Στην Ολλανδία, με τα υγρά χωράφια και τα κανάλια, τα ξύλινα «klompen» προστάτευαν τα πόδια από τη λάσπη και το κρύο πολύ καλύτερα από το δέρμα, που ήταν ακριβό και σάπιζε γρήγορα. Στη Γαλλία το sabot σκαλιζόταν συνήθως ολόκληρο από ξύλο, ενώ σε άλλες περιοχές, όπως στη Σκανδιναβία και στη Βρετανία, διαδόθηκαν εκδοχές με ξύλινη σόλα και δερμάτινο πάνω μέρος. Ήταν φτηνά, ανθεκτικά και μπορούσε να τα φτιάξει κανείς στο χωριό του. Σε πολλά μέρη η κατασκευή τους ήταν ξεχωριστό επάγγελμα, με εργαλεία που περνούσαν από πατέρα σε γιο.

Υπάρχει και μια ιστορία που λέγεται συχνά, αν και δεν στέκει απόλυτα. Η λέξη «σαμποτάζ» συνδέεται, σύμφωνα με μια εκδοχή, με εργάτες που πετούσαν τα σαμπό τους μέσα στις μηχανές για να τις σταματήσουν. Οι περισσότεροι ετυμολόγοι θεωρούν πιθανότερο ότι το ρήμα «saboter» σήμαινε αρχικά να κάνεις μια δουλειά άτσαλα, με θόρυβο, σαν να περπατάς με ξύλινα παπούτσια. Όποια κι αν είναι η αλήθεια, το ότι ένα παπούτσι άφησε το όνομά του σε μια τόσο διαδεδομένη λέξη λέει πολλά για τη θέση του στην καθημερινή ζωή.

Και στην Ελλάδα υπήρχε η δική μας εκδοχή, τα τσόκαρα. Με ξύλινη σόλα και ένα λουρί από δέρμα ή ύφασμα, τα φορούσαν στα χωριά, στα λουτρά και στις αυλές. Πολλοί μεγαλύτεροι θυμούνται ακόμα τον χαρακτηριστικό ήχο τους πάνω στις πλάκες, έναν ήχο που ακουγόταν από μακριά και ανήγγελλε ποιος ερχόταν. Αργότερα τα τσόκαρα πέρασαν και στη μόδα, με τις ψηλές ξύλινες σόλες που θυμούνται όσοι έζησαν τη δεκαετία του εβδομήντα.

Η μεγάλη αλλαγή ήρθε με τα νέα υλικά. Το ξύλο ήταν ανθεκτικό αλλά βαρύ και σκληρό. Τα συνθετικά αφρώδη υλικά κράτησαν το βασικό σχήμα, το κλειστό μπροστινό μέρος και την ανοιχτή φτέρνα, αλλά έκαναν το παπούτσι ελαφρύ, μαλακό και αδιάβροχο. Τα σημερινά σαμπο έχουν ελάχιστη σχέση στην αίσθηση με τους ξύλινους προγόνους τους. Η λογική τους, πάντως, έμεινε ίδια: ένα παπούτσι που φοριέται γρήγορα, προστατεύει το πόδι και αντέχει τη βρεγμένη, λασπωμένη καθημερινότητα. Γι’ αυτό τα βλέπουμε σε κουζίνες εστιατορίων, σε νοσοκομεία και σε κήπους, δηλαδή στα ίδια περίπου μέρη που τα έβλεπες και πριν από διακόσια χρόνια.

Είναι ενδιαφέρον πόσο λίγο έχει αλλάξει η βασική ιδέα μέσα σε τόσους αιώνες. Άλλαξαν τα υλικά, τα χρώματα και οι άνθρωποι που τα φοράνε. Ο αγρότης της Φλάνδρας και ο σημερινός μάγειρας στο Κολωνάκι θα καταλάβαιναν ο ένας τον άλλον αμέσως, αν μπορούσαν να συζητήσουν για το τι σημαίνει να στέκεσαι όρθιος δώδεκα ώρες.