Παραδείγματα ελάφρυνσης των πολιτών μέσω των μέτρων στήριξης που ανακοίνωσε η κυβέρνηση παραθέτει ο υπουργός Επικρατείας, Άκης Σκέρτσος μέσω ανάρτησής του στο facebook.
«Προχθές Τέταρτη, 1η Απριλίου, εφαρμόστηκε η νέα -6η κατά σειρά από το 2019- αύξηση στον κατώτατο μισθό των εργαζομένων. Τον τοποθετεί πλέον στα 920 ευρώ (x14 μισθούς) από 650 ευρώ το 2019 και 880 ευρώ πέρυσι. Μια ανάσα από τον στόχο των 950 ευρώ που έχουμε θέσει για το 2027 και μια σωρευτική αύξηση της τάξης του 41,5% από το 2019.
Η συνηθέστερη και εύλογη -σε ένα βαθμό- κριτική που ακούγεται είναι η εξής: “μα φτάνουν 40 ευρώ μικτά ως μηνιαία αύξηση για να καλύψουν τις ανάγκες ενός νοικοκυριού;”.
Η απάντηση -ειδικά στη σημερινή έκτακτη συγκυρία των πληθωριστικών πιέσεων που ασκεί στην παγκόσμια και στην ελληνική οικονομία η νέα κρίση στη Μ. Ανατολή- είναι ότι πολύ πιθανώς όχι δεν φτάνουν», αναγνωρίζει ο υπουργός Επικρατείας και προσθέτει:
«Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η κυβέρνηση εφαρμόζει μια σειρά από πρόσθετες πολιτικές ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος που αφήνουν σωρευτικά περισσότερα χρήματα καθαρά στην τσέπη τόσο των νέων εργαζόμενων όσο και των ελληνικών οικογενειών.
Η αποσπασματικότητα στην κριτική που ασκείται ως προς τα διαθέσιμα εισοδήματα δεν εξυπηρετεί ούτε την αλήθεια ούτε την υπευθυνότητα με την οποία πρέπει όλοι να προσεγγίζουμε τον καθημερινό αγώνα που δίνει κάθε νοικοκυριό για να τα βγάλει πέρα με τα έξοδα του.
Ας δούμε, λοιπόν, ποια είναι η καθαρή αύξηση διαθέσιμου εισοδήματος σε ετήσια βάση σε 2 κατηγορίες εργαζόμενων, συνυπολογίζοντας την σωρευτική επίδραση τριών μέτρων στήριξης των εισοδημάτων που έχουν εφαρμοστεί τους τελευταίους μήνες από την κυβέρνηση:
* την επιστροφή ενός ενοικίου σε σχεδόν 900.000 δικαιούχους
* τη σημαντική μείωση φορολογικών συντελεστών επί του εισοδήματος των μισθωτών
* την αύξηση του κατώτατου μισθού.
Οι δύο κατηγορίες είναι ένας νέος εργένης μισθωτός έως 25 ετών χωρίς παιδιά που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό και ένα ζευγάρι νέων γονιών 25 έως 30 ετών με ένα παιδί που επίσης αμείβονται με τον κατώτατο μισθό.
* Μισθωτός νέος έως 25 ετών χωρίς τέκνα:
Έως το 2025 με 880 ευρώ μικτό κατώτατο μισθό (x14) είχε καθαρό ετήσιο εισόδημα 10.402 ευρώ ή 743 ευρώ καθαρά τον μήνα (x14 μισθούς). Με τον νέο μικτό κατώτατο μισθό στα 920 ευρώ και τον μηδενικό φορολογικό συντελεστή που εφαρμόζεται από 1/1/26, το καθαρό ετήσιο εισόδημά του αυξάνεται στα 11.158 ή 797 ευρώ τον μήνα καθαρά (x14 μισθούς).
Πρακτικά αυτό σημαίνει +756 ευρώ καθαρά επιπλέον ετησίως ή +63 ευρώ καθαρά τον μήνα. Και όχι +20 ευρώ τον μήνα όπως ισχυρίζεται ψευδώς η αντιπολίτευση.
Αν συνυπολογιστεί και η επιστροφή ενός ενοικίου π.χ. 400 ευρώ, τότε ετησίως το 2026 ο νέος εργαζόμενος έχει αυξήσει το καθαρό διαθέσιμο εισόδημά του κατά 756+400=1.156 ευρώ ή κατά +1,5 καθαρό μισθό ετησίως.
* Ζευγάρι μισθωτών 25-30 ετών με βασικό μισθό και ένα τέκνο:
Με 880 ευρώ μικτό κατώτατο μισθό το καθαρό ετήσιο εισόδημα για τους δύο εργαζόμενους γονείς έως το 2025 ήταν 10.525×2=21.050 ευρώ ή 1.504 ευρώ τον μήνα καθαρά (x14). Με την αύξηση στα 920 ευρώ και τον μειωμένο φορολογικό συντελεστή που εφαρμόζεται από 1/1/26, το καθαρό ετήσιο εισόδημα τους είναι: 11.054×2=22.108 ή 1.579 ευρώ τον μήνα (x14).
Η καθαρή αύξηση στο διαθέσιμο εισόδημά τους είναι +1.058 ευρώ ετησίως ή +88 ευρώ τον μήνα.
Μαζί με την επιστροφή ενός ενοικίου π.χ. 600 ευρώ, το διαθέσιμο εισόδημά τους το 2026 αυξήθηκε ετησίως κατά 1.058+600=1658 ευρώ ή +138 ευρώ τον μήνα, δηλαδή παραπάνω από 2 καθαρούς μισθούς ετησίως».
Συμπέρασμα: «Οι αυξήσεις στον κατώτατο μισθό δεν επαρκούν από μόνες τους για να αντιμετωπιστεί το κόστος ζωής. Γι’ αυτό και η κυβέρνηση εφαρμόζει μια σειρά πρόσθετων μέτρων με έμφαση στη στήριξη των νέων και των οικογενειών που στην περίπτωση ενός 25χρονου μισθωτού τού αφήνει +1,5 καθαρό μισθό στην τσέπη ετησίως ενώ στην περίπτωση ενός νέου ζευγαριού 25-30 ετών με ένα παιδί τούς αφήνει 2 καθαρούς μισθούς επιπλέον στην τσέπη.
Γνωρίζουμε ότι κι αυτά ενδεχομένως να μην επαρκούν. Είναι όμως το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε στις δεδομένες συνθήκες αξιοποιώντας τόσο τις δημοσιονομικές αντοχές της οικονομίας όσο και τις παραγωγικές δυνατότητες των ιδίων των επιχειρήσεων».
Υπάρχει, ωστόσο, και «κάτι ακόμη που αναδεικνύει τόσο την υποκρισία όσο και τον λαϊκισμό της αντιπολίτευσης στο ζήτημα των μισθών.
Όσοι από την αντιπολίτευση ζητούν υψηλότερους μισθούς ενώ ταυτόχρονα σκίζουν υποκριτικά τα ιμάτιά τους για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, στην πραγματικότητα επιτίθενται πρωτίστως στη μικρή και μεσαία ελληνική επιχείρηση. Καθώς με βάση τις οικονομικές εισηγήσεις των αρμόδιων φορέων αλλά και των ιδίων των εκπροσώπων των ΜμΕ, οι επιχειρήσεις αυτές δεν μπορούν να ανταποκριθούν σε υψηλότερους μισθούς σήμερα χωρίς να χαθούν θέσεις εργασίας ή ακόμη και να κλείσουν επιχειρήσεις.
Γίνονται επομένως “γενναιόδωροι” με τα λεφτά των άλλων και χωρίς να υπολογίζουν το κόστος που μπορεί να έχει για την ελληνική πραγματική οικονομία και την απασχόληση μια τέτοια πολιτική», καταλήγει ο υπουργός Επικρατείας.
enikonomia.gr
















