Στο Ταμείο Εγγυοδοσίας συμμετέχουν 13 τράπεζες, μεταξύ των οποίων οι τέσσερις συστημικές. Σύμφωνα με πληροφορίες, το επιτόκιο διαμορφώνεται κοντά στο 2% για τις μεγάλες επιχειρήσεις, ενώ για τις μικρότερες κινείται στην περιοχή του 3%, εφόσον είναι χρηματοοικονομικά υγιείς.

Με αυξημένες προσδοκίες ξεκίνησε χθες το Ταμείο Εγγυοδοσίας, μέσω του οποίου θα δοθούν σε μεγάλες, μικρομεσαίες και μικρές επιχειρήσεις δάνεια με την εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου. Πρόκειται για δάνεια κεφαλαίου κίνησης, τα οποία λόγω της εγγύησης που παρέχει το Δημόσιο θα δοθούν με ευνοϊκά επιτόκια και χαμηλές εξασφαλίσεις, έτσι ώστε να δοθεί η αναγκαία ρευστότητα στις επιχειρήσεις για να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις της κρίσης.

Τα δάνεια θα δοθούν μέσω των τραπεζών, οι οποίες άρχισαν χθες να δέχονται αιτήσεις και σύμφωνα με πληροφορίες η ζήτηση είναι ήδη μεγάλη, καθώς πρόκειται για το μεγαλύτερο πρόγραμμα παροχής ρευστότητας, που θα ξεπεράσει τα 7 δισ. ευρώ έως τα τέλη του χρόνου. Στο Ταμείο Εγγυοδοσίας συμμετέχουν 13 τράπεζες, μεταξύ των οποίων οι τέσσερις συστημικές (Τράπεζα Πειραιώς, Εθνική Τράπεζα, Alpha Bank και Eurobank), η Τράπεζα Αττικής, η Optima Bank, η Procredit Bank και οι Συνεταιριστικές (Ηπείρου, Παγκρήτια, Θεσσαλίας, Καρδίτσας, Κεντρικής Μακεδονίας και Χανίων). Σύμφωνα με πληροφορίες, το επιτόκιο διαμορφώνεται κοντά στο 2% για τις μεγάλες επιχειρήσεις, ενώ για τις μικρότερες κινείται στην περιοχή του 3%, εφόσον είναι χρηματοοικονομικά υγιείς.

Οπως επισημαίνει σε δήλωσή του ο διευθύνων σύμβουλος της Eurobank, Φωκίων Καραβίας: «Το πρόγραμμα εγγυοδοσίας αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία για τις επιχειρήσεις που δοκιμάζονται, εξασφαλίζοντας ρευστότητα με εξαιρετικούς όρους, τώρα που την έχουν ανάγκη». Σύμφωνα με την ανακοίνωση της τράπεζας, «η Eurobank θα λάβει τις απολύτως αναγκαίες εξασφαλίσεις, με ανώτατο ποσοστό για τις εμπράγματες εξασφαλίσεις 40% επί του ποσού της χρηματοδότησης όπου αυτό απαιτείται, ενώ για 9 στα 10 νέα δάνεια δεν θα απαιτηθεί προσημείωση. Στόχος είναι να ενισχύσει τη ρευστότητα των επιχειρήσεων με κεφάλαιο κίνησης, διασφαλίζοντας παράλληλα και την ποιότητα του χαρτοφυλακίου της».

Σε ανάλογη ανακοίνωσή της, η Αlpha Bank επισημαίνει ότι «η τράπεζα είναι έτοιμη να παράσχει προνομιακή χρηματοδότηση σε κεφάλαιο κίνησης για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των επιχειρήσεων που θα ενταχθούν στη νέα δράση. Το νέο εγγυοδοτικό πρόγραμμα εξασφαλίζει ευελιξία αποπληρωμής με διάρκεια έως πέντε έτη, συμπεριλαμβανομένης περιόδου χάριτος έως 12 μήνες, ενώ προβλέπεται ολική εκταμίευση έως τις 31.12.2020.

Το πρόγραμμα απευθύνεται σε μικρομεσαίες (ΜμΕ) αλλά και μεγάλες επιχειρήσεις κάθε νομικής μορφής (εκτός από εξωχώριες επιχειρήσεις, εταιρείες συμμετοχών σε άλλες εταιρείες, επιχειρήσεις χρηματοπιστωτικού τομέα, των δημοσίων φορέων και των θυγατρικών τους, των ΟΤΑ και των θυγατρικών τους) και θέτει συγκεκριμένες προϋποθέσεις συμμετοχής. Οπως διευκρινίζει στην ανακοίνωσή της η Alpha Bank, «οι επιλέξιμες μικρές, πολύ μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ) θα πρέπει να έχουν ετήσιο κύκλο εργασιών έως 50 εκατ. ευρώ και ενεργητικό έως 43 εκατ. ευρώ και να απασχολούν κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς λιγότερους από 250 εργαζομένους. Δικαίωμα συμμετοχής έχουν και οι μεγάλες επιχειρήσεις, των οποίων ο ετήσιος κύκλος εργασιών και το απασχολούμενο προσωπικό υπερβαίνουν την κατηγορία των ΜμΕ. Επιπλέον κριτήρια συμμετοχής για όλες τις επιχειρήσεις είναι, μεταξύ άλλων, να λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα, να κρίνονται πιστοληπτικά αποδεκτές σύμφωνα με την ισχύουσα πιστωτική πολιτική και τις διαδικασίες της τράπεζας, να είναι φορολογικά και ασφαλιστικά ενήμερες κατά την εκταμίευση κ.λπ.».

Αποδέκτριες των δανείων μπορούν να είναι όλες οι επιχειρήσεις ανεξαρτήτως εάν ανήκουν στους πληττόμενους ΚΑΔ που είχε ορίσει το υπουργείο Οικονομικών κατά τη διάρκεια της πανδημίας, και το ποσό που θα λάβει κάθε επιχείρηση δεν μπορεί να υπερβαίνει ένα από τα παρακάτω όρια (όποιο είναι μεγαλύτερο):

1. Το διπλάσιο του ετήσιου μισθολογικού κόστους για το 2019. (Στην περίπτωση επιχειρήσεων που δημιουργήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2019, το ανώτατο δάνειο δεν πρέπει να υπερβαίνει το κατ’ εκτίμηση ετήσιο μισθολογικό κόστος για τα δύο πρώτα έτη λειτουργίας) ή

2. Το 25% του συνολικού κύκλου εργασιών της επιχείρησης κατά το ίδιο έτος.

kathimerini.gr