Η ερμηνεία του, ωστόσο, τον έκανε να αλλάξει γνώμη. Εντυπωσιασμένος από τον τρόπο με τον οποίο ο Σκωτσέζος ηθοποιός έδωσε ζωή στον χαρακτήρα, ο Φλέμινγκ ενσωμάτωσε αργότερα σκωτσέζικες ρίζες στη λογοτεχνική ιστορία του Μποντ. Η ταινία έκανε τεράστια επιτυχία και η καριέρα του Κόνερι εκτινάχτηκε.

Ο Κόνερι υποδύθηκε τον 007 συνολικά επτά φορές, στις ταινίες:

  • Dr. No (1962)
  • From Russia with Love (1963)
  • Goldfinger (1964)
  • Thunderball (1965)
  • You Only Live Twice (1967)
  • Diamonds Are Forever (1971)
  • Never Say Never Again (1983)

Το Goldfinger θεωρείται από πολλούς μία από τις κορυφαίες ταινίες ολόκληρης της σειράς, ενώ η ερμηνεία του Κόνερι καθιέρωσε το πρότυπο πάνω στο οποίο βασίστηκαν σε μεγάλο βαθμό οι επόμενοι ηθοποιοί που φόρεσαν το κοστούμι του 007.

Παρά την τεράστια επιτυχία, ο ίδιος αποφάσισε να αποχωρήσει από τον ρόλο μετά το «You Only Live Twice» το 1967. Είχε κουραστεί από την επανάληψη των σεναρίων και τη διαρκή ταύτισή του με τον χαρακτήρα. Επέστρεψε τελικά το 1971, όταν ο διάδοχός του, Τζορτζ Λέιζενμπι, δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες.

Το 1983, για πρώτη φορά στην ιστορία του 007, στις αίθουσες βγήκαν δύο ταινίες με τον Μποντ η καθεμία με διαφορετικούς πρωταγωνιστές στον ρόλο του πράκτορα και προερχόμενες από διαφορετικά στούντιο. Η «Επιχείρηση: Οκτάπουσι» με τον Ρότζερ Μουρ και το «Ποτέ μην ξαναπείς ποτέ» με τον Κόνερι.

Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που ο Κόνερι υποδύθηκε τον 007 και παρόλο που η ταινία δεν θεωρείται ότι ανήκει στην κλασική σειρά, ήταν η εκδίκηση του ηθοποιού απέναντι στους παραγωγούς του.

Η ζωή μετά τον 007 και το Όσκαρ

Παρότι ο Τζέιμς Μποντ ήταν ο ρόλος που τον έκανε παγκόσμιο σταρ, ο Σον Κόνερι δεν περιορίστηκε ποτέ σε αυτόν.

Η καριέρα του εκτεινόταν σε επτά δεκαετίες και περιλάμβανε σημαντικές κινηματογραφικές επιτυχίες, όπως τα Highlander, The Rock και Indiana Jones and the Last Crusade, όπου υποδύθηκε τον πατέρα του Ιντιάνα Τζόουνς, καθηγητή Χένρι Τζόουνς.

Η μεγάλη επιστροφή του στην κορυφή ήρθε το 1987 με την ταινία «The Untouchables».

Στον ρόλο του Τζιμ Μαλόουν, ενός σκληροτράχηλου Ιρλανδοαμερικανού αστυνομικού που συμμετέχει στον αγώνα κατά του Αλ Καπόνε, απέσπασε το Όσκαρ Β΄ Ανδρικού Ρόλου, επιβεβαιώνοντας ότι η αξία του ξεπερνούσε κατά πολύ τον μύθο του 007. Στην απονομή το κοινό τον χειροκροτούσε για αρκετή ώρα και ο ίδιος είχε πει πως μάλλον το χρυσό αγαλματίδιο το πήρε για τη συνολική του προσφορά, παρά για τη συγκεκριμένη ερμηνεία.

Το 1989, στα 59 του, το περιοδικό People τον ανακήρυξε τον πιο σέξι άνδρα στον κόσμο. Όταν ρωτήθηκε σχετικά, απάντησε με το χαρακτηριστικό χιούμορ του: «Ε, δεν υπάρχουν και πολλοί σέξι νεκροί άνδρες, έτσι δεν είναι;».

Αν και ήταν από τους πιο προβεβλημένους ηθοποιούς της γενιάς του, με πάνω από εβδομήντα ταινίες στο ενεργητικό του και αμέτρητες επιτυχίες, ο Κόνερι δεν αγαπούσε ιδιαίτερα τη δημοσιότητα. Είχε πάντα τη φήμη του «δύσκολου», αρνιόταν να δίνει συνεντεύξεις, ενώ πάντα απέφευγε τις πολλές εμφανίσεις, πράγμα που όπως ο ίδιος έχει δηλώσει μάλλον είχε επίπτωση στη δουλειά του αφού του στέρησε, κατά τη γνώμη του, πολλά βραβεία.

Παντρεύτηκε δύο φορές. Η πρώτη του σύζυγος ήταν η Βρετανίδα ηθοποιός Νταϊάν Σιλέντο, με την οποία είχε μια θυελλώδη σχέση. Εκείνη στην αυτοβιογραφία της τον είχε κατηγορήσει για ψυχολογική και σωματική κακοποίηση, πράγμα που ο Κόνερι έσπευσε να διαψεύσει δηλώνοντας πως είναι κατά της βίας. Μαζί της απέκτησε έναν γιο τον Τζέισον.

Η δεύτερη γυναίκα του ήταν η Γαλλομαροκινή ζωγράφος Μισελίν Ροκμπρίν, με την οποία έμεινε παντρεμένος 45 χρόνια και η οποία είχε έναν γιο από τον πρώτο της γάμο, τον Στεφάν Κόνερι.


Πηγή