Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε από την αρχή της πανδημίας συγκεκριμένα προγράμματα για την αντιμετώπιση των συνεπειών της οικονομικής κρίσεως που επήλθε. Αρκετά από αυτά τα μέτρα στήριξης εμπίπτουν στις διατάξεις των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (ΣΛΕΕ), βάσει των οποίων οι εθνικές αρχές δεν μπορούν αν χρησιμοποιούν δημόσιους πόρους για την ενίσχυση τοπικών κλάδων ή επιχειρήσεων (state aid rules) παρέχοντάς τους αθέμιτο πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών τους σε άλλες χώρες της Ε.Ε., δεδομένου ότι η πρακτική αυτή προκαλεί στρέβλωση του ανταγωνισμού. Με την εξαίρεση των τραπεζών για τις οποίες θεσπίστηκαν ειδικές προϋποθέσεις χορήγησης επιδοτήσεων και του κλάδου των ασφαλειών πιστώσεων, ο οποίος αφορά συνολικά τις συναλλαγές, η πρόθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι το μεγαλύτερο μέρος των κρατικών ενισχύσεων που θα επιτραπούν να χορηγηθούν σε δραστηριότητες που εξυπηρετούν το κοινό συμφέρον της Ε.Ε., σε αντίθεση με την πρόσφατη πρακτική που τις κατηύθυνε κυρίως σε μεμονωμένες επιχειρήσεις και βιομηχανικούς κλάδους, κάτι που συνέφερε προφανώς τις προηγμένες βιομηχανικά χώρες.

Οι μεγαλύτερες χώρες-μέλη της Ε.Ε. έσπευσαν να υποστηρίξουν έμπρακτα τη βιωσιμότητα αεροπορικών εταιρειών –οι οποίες πλήττονται πράγματι δυσανάλογα από την παρούσα κρίση–, αυτοκινητοβιομηχανιών, φαρμακοβιομηχανιών και άλλων εμβληματικών και μη επιχειρήσεων, ενώ παράλληλα ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Πέτερ Αλτμάιερ υποστήριξε ότι «το γερμανικό κράτος δεν θα αφήσει τις επιχειρήσεις του να γίνουν βορά των ξένων funds», δείχνοντας μια σαφή πρόθεση εθνομετοχικού προστατευτισμού των γερμανικών επιχειρήσεων. Επιπροσθέτως, η Γερμανία θέσπισε ταμείο στήριξης που αναλαμβάνει την εξαγορά μεριδίων γερμανικών επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες, σε μια προσπάθεια αποφυγής επιθετικών εξαγορών από τρίτες χώρες.

Είναι σαφές ότι το πλαίσιο απαγόρευσης της χορήγησης κρατικών ενισχύσεων είναι προς όφελος των πιο αδύναμων οικονομιών της Ε.Ε., καθότι δεν ευνοείται η επιλεκτική στήριξη επιχειρήσεων ή κλάδων εύρωστων οικονομιών, οι οποίες έτσι μπορούν να διευρύνουν περαιτέρω το έλλειμμα συνοχής ανάμεσα στα κράτη-μέλη και ακόμη περισσότερο το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας που παρατηρείται. Συνεπώς, η αλλαγή στάσεως της Ε.Ε. στα θέματα κρατικών ενισχύσεων απαιτεί κριτική θεώρηση προς αναζήτηση ωφελειών και αποφυγή επαχθών συνεπειών, ειδικά για τις πλέον αδύναμες οικονομίες.

Τα προγράμματα στήριξης που εξασφάλισε η χώρα μας για την αντιμετώπιση των συνεπειών του κορωνοϊού βρίσκονται υπό ουσιαστική κατάρτιση, αλλά είναι σαφές ότι έχουν τεθεί ορισμένοι βασικοί στόχοι σε εναρμόνιση με τους ευρύτερους ευρωπαϊκούς, όπως ο ψηφιακός μετασχηματισμός, η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, η αύξηση της παραγωγής πράσινης ενέργειας και η δημιουργία στρατηγικών εφοδιαστικών αλυσίδων ώστε να μειωθεί η εξάρτηση από τρίτες χώρες. Ολοι αυτοί οι στόχοι συμβάλλουν στη βιώσιμη ανάπτυξη εφόσον τεθούν επάνω σε μια βασική αρχή η οποία προτάσσει την κάλυψη του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της χώρας με έμφαση αυτού που αναλογεί στα παραγόμενα αγαθά και αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο με την εφαρμογή πολιτικών που αυξάνουν την ανταγωνιστικότητα και τη δυναμικότητα την εγχώριων μεταποιητικών επιχειρήσεων. Εάν αυτό δεν σχεδιαστεί εξαρχής με γνώμονα τους κλάδους που διαθέτουν συγκριτικά πλεονεκτήματα, υφίσταται ο κίνδυνος της διεύρυνσης του χάσματος ανταγωνιστικότητας και εξάρτησης από τις ισχυρότερες ευρωπαϊκές οικονομίες διαιωνίζοντας ένα στρεβλό μοντέλο οικονομίας που αποθαρρύνει την αυτογενή ανάπτυξη και ενθαρρύνει την κατανάλωση εισαγόμενων αγαθών από τις πλέον εύρωστες, οι οποίες θα έχουν ήδη προασπίσει τα συμφέροντα της εγχώριας βιομηχανίας τους στο πλαίσιο ενός νέου προστατευτισμού. Η χώρα μας δεν έχει ανεξάντλητες δυνατότητες απορρόφησης των πόρων που προέρχονται από τα νέα προγράμματα στήριξης, λόγω των διαχρονικών της δομικών στρεβλώσεων, της μακρόχρονης επενδυτικής αδράνειας και της αναντιστοιχίας δεξιοτήτων με τις ανάγκες που προκύπτουν εντός των ώριμων βιομηχανικά και τεχνολογικά αγορών. Επιπρόσθετα, καίτοι σε στρατηγική γεωγραφική θέση ως προς την ευρύτερη περιοχή, απέχει από τις μεγάλες δημογραφικά χώρες της κοινής αγοράς στις οποίες διαθέτει φορολογικό και τελωνειακό πλεονέκτημα. Η βελτίωση των υποδομών και των συνδυασμένων μεταφορών σε κάθε χώρα της Ευρώπης είναι προϋπόθεση για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας –πέραν της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας– και συνεπώς είναι σκόπιμο να συμπεριληφθεί στις προτεραιότητες του υπό κατάρτιση προγράμματος.

Η πανδημία του κορωνοϊού επέτρεψε την αναθεώρηση βασικών αρχών εντός της Ε.Ε., κάτι που δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί αλλά να αξιοποιηθεί προς όφελος του μετασχηματισμού του ελληνικής οικονομίας με άξονα την παραγωγική της βάση. Ο νέος προστατευτισμός που εκδηλώνεται εντός της Ε.Ε. μέσω κρατικών ενισχύσεων δεν είναι μόνο εν δυνάμει απειλή, αλλά και ευκαιρία για την Ελλάδα.

* Ο κ. Π. Λώλος είναι μέλος του Δ.Σ. της Ελληνικής Παραγωγής – Συμβούλιο Βιομηχανιών για την Ανάπτυξη.

kathimerini.gr