Ο θρύλος λέει (μετάφραση: η μάνα μου λέει) ότι την πρώτη μέρα που με έφεραν στο σπίτι από το μαιευτήριο ο γιατρός είχε δώσει εντολή να πιω μία συγκεκριμένη ποσότητα γάλακτος. Αφού την ήπια, γκρίνιαζα και ήθελα κι άλλο. Κατόπιν συνεννόησης, ο γιατρός έδωσε το ΟΚ για να πιω όσο ήθελα. Και τελικά ήπια τη διπλάσια ποσότητα πριν ηρεμήσω.

Αυτή είναι η πρώτη χρονικά από τις αμέτρητες ιστορίες που έχουν να διηγούνται οι γονείς μου για την παροιμιώδη λαιμαργία μου. Από μικρός φαινόμουν ότι θα γινόμουν λιχούδης. Και επίσης από μικρός φαινόμουν ότι θα αναγκαζόμουν να μπλέξω με δίαιτες.

«Τι το ταΐζετε;»

Ενδεικτικό της λαιμαργίας μου ήταν αυτό που είπε στους γονείς μου ο ταλαίπωρος ιερέας που ανέλαβε το τιτάνιο έργο της βάφτισής μου: «Τι το ταΐζετε;».  Τι να πει κι αυτός ο έρμος. Ήμουν από αυτά τα ζουμπουρλούδικα παιδάκια που μοιάζουν με τη μασκότ της Michelin σε μίνι έκδοση και δε χορταίνεις να τους τσιμπάς τα μάγουλα. Αρκεί να μη χρειαστεί να τα πάρεις αγκαλιά.

Καθώς μεγάλωνα, δεν έπαιρνα μόνο σε ύψος, αλλά και σε πλάτος. Σε μία φωτογραφία με τους συμμαθητές μου από την 3η Δημοτικού μοιάζω διπλάσιος απ’ όλους τους άλλους, λες και είχα μείνει στην ίδια τάξη πέντε χρόνια. Και σίγουρα ήμουν διπλάσιος από κάποιους στα κιλά.

Κάποια στιγμή οι γονείς μου αποφάσισαν ότι είχε έρθει η ώρα να μπει τέλος σε όλο αυτό. Αλλά λογάριαζαν χωρίς τον ξενοδόχο.

Η πρώτη δίαιτα

Η πρώτη φορά που μπήκα σε δίαιτα ήταν σε ηλικία 10 ετών. Ήταν μία «χημική» δίαιτα – ακουγόταν πολύ ψαρωτικό, αλλά στην πραγματικότητα αυτό που σήμαινε ήταν ότι το ημερήσιο πρόγραμμα περιελάμβανε πολύ λιγότερες θερμίδες απ’ όσες θα έπρεπε να τρώει ένα παιδί στην ανάπτυξη (πόσω μάλλον στη δική μου ανάπτυξη). Δεν είμαι καν σίγουρος ότι έκανα έστω και μία μέρα από αυτήν τη δίαιτα σωστά. Και ήταν λογικό: δίαιτα με το ζόρι δε γίνεται, εκτός κι αν σε κλειδώσουν σε μπουντρούμι.

Αφού απέτυχε η χημική δίαιτα, ήρθε η σειρά του διαιτολόγου να δοκιμάσει την τύχη του. Δεν είχε καμία τύχη. Κάθε φορά που ερχόταν στο σπίτι να με ζυγίσει, στην καλύτερη περίπτωση ήμουν στα ίδια κιλά. Στη χειρότερη, είχα παχύνει κι άλλο. Μάταια προσπαθούσε να μου αλλάξει το πρόγραμμα για να το κάνει πιο ελκυστικό. Όταν το πρόγραμμα λέει φρυγανιά με μία φέτα τυρί και μία ζουμερή ζαμπονοτυρόπιτα σου κλείνει πονηρά το μάτι, τότε η φρυγανιά καταλήγει άδοξα στα σκουπίδια.

Οι φίλοι μου τα πατατάκια

Οι αποτυχημένες επαναλαμβανόμενες δίαιτες των δέκα λεπτών (αυτές που ξυπνάς το πρωί, λες «σήμερα θα κάνω δίαιτα» και μετά από δέκα λεπτά αναστενάζουν τα ψυγεία, και μετά λες «αύριο θα κάνω δίαιτα», και ούτω καθεξής) συνεχίστηκαν για πολλά χρόνια. Στην Α’ Λυκείου έφτασα να είμαι 121 κιλά, και θα ήμουν ακόμα περισσότερα αν τουλάχιστον δεν έπαιζα ποδόσφαιρο την ώρα της γυμναστικής και στα διαλείμματα, έστω και ως τερματοφύλακας (γιατί όλοι ξέρουμε ότι ο χοντρούλης παίζει πάντα τέρμα, εκτός αν ο χοντρούλης είναι ο ιδιοκτήτης της μπάλας, οπότε παίζει όπου θέλει).

Κάπου εκεί άρχισαν τα υπαρξιακά διλήμματα της εφηβείας. Ποιος είμαι; Τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω; Μέχρι πότε θα τρώω σαν να μην υπάρχει αύριο; Πώς θα γυρίσει να με κοιτάξει κανένα κορίτσι έτσι που είμαι σαν το Γουρούνι του Αρκά; Και έτσι το έριξα στη μελαγχολία, στην ποίηση, στη φιλοσοφία, και φυσικά στο φαΐ, γιατί σε τέτοιες δύσκολες στιγμές αν δε σε στηρίξουν οι φίλοι σου τα πατατάκια, τότε ποιος θα σε στηρίξει;

Ευτυχώς τελικά κάποια γύρισε να με κοιτάξει, κόντρα σε όλα τα προγνωστικά, και εγκατέλειψα και τη μελαγχολία, και την ποίηση, και τη φιλοσοφία – αλλά όχι και το φαΐ, γιατί τόσο με στήριξε στις δύσκολες ώρες και τώρα θα το εγκατέλειπα; Έτσι κάνουν οι φίλοι;

Σαν μπαλόνι

Κάποια στιγμή, κάπου στα 21 μου, ξαφνικά κάτι με έπιασε. Ξεκίνησα δίαιτα από μόνος μου, χωρίς να με αναγκάσει κανείς, χωρίς να υπάρχει κάποιος προφανής λόγος. Λες και ο οργανισμός μου μού φώναζε «έλεος πια, θα σκάσεις, κάνε λίγο κράτει». Άρχισα να ακολουθώ ένα κανονικό, αν και αυτοσχέδιο, πρόγραμμα διατροφής. Και από αυτήν την εντελώς αναπάντεχη δίαιτα έχασα περίπου 20 κιλά μέσα σε λίγους μήνες. Τα οποία όμως μετά από ένα χρόνο επέστρεψαν και έφεραν και κάτι φίλους μαζί.

Κάπου εκεί αποφάσισα να γραφτώ σε ένα από αυτά τα προγράμματα που σου έστελναν φαγητό στο σπίτι και υποτίθεται ότι αδυνάτιζες τρώγοντας νόστιμα φαγητά, χωρίς να στερείσαι. Ακουγόταν πολύ καλό για να είναι αληθινό, όμως παραδόξως ήταν: μέσα σε λίγους μήνες ξαναέχασα 25 κιλά. Και νόμιζα ότι είχα τελειώσει με αυτήν την ιστορία. Όταν όμως μου είπαν ότι έπρεπε να κάνω και συντήρηση μετά από τη δίαιτα, εγώ σκέφτηκα «έλα μωρέ, ποια συντήρηση, δεν είμαι κανένα μωρό, θα τα συντηρήσω μόνος μου». Και φυσικά τα ξαναπήρα όλα από την αρχή.

Μετά ήρθε ο στρατός. Τους πρώτους μου μήνες ως φαντάρος, ψαρωμένος καθώς ήμουν και μη γνωρίζοντας το κοινό μυστικό για το σημείο του στρατοπέδου απ’ όπου οι υπόλοιποι παράγγελναν κάθε βράδυ σουβλάκια, έτρωγα αποκλειστικά το φαγητό του στρατού. Και δώστου κοτόπουλο με ρύζι, και δώστου φασολάδα, και δώστου κατεψυγμένη πίτσα με άψητες πατάτες. Και -μαντέψτε- μέσα σε λίγους μήνες έχασα καμιά εικοσαριά κιλά – δεν μπορώ να τα υπολογίσω με σιγουριά, γιατί δεν είχα ζυγιστεί τότε. Όμως όταν με το καλό ξεψάρωσα, άρχισα να πλακώνομαι στα κρουασάν, τα σάντουιτς, τις λουκανικόπιτες και τα σουβλάκια και τελικά όταν πήρα το απολυτήριο του στρατού ήμουν στα ίδια κιλά με τη μέρα που μπήκα.

Μετά από αυτά τα κουραστικά φουσκώματα-ξεφουσκώματα, λες και ήμουν μπαλόνι, άργησα πολύ να ξανακάνω δίαιτα. Το τόλμησα ξανά πριν από λίγα χρόνια, με τη βοήθεια διαιτολόγου, έχασα πάλι 20 κιλά, και έκτοτε έχω πάρει μόνο τα 5. Λέτε να έμαθα το μάθημά μου;

Πέντε πράγματα που έμαθα από τις δίαιτες

– Πάνω από οτιδήποτε άλλο, η δίαιτα είναι μία μάχη με το μυαλό. Πρέπει να πείσεις τον εαυτό σου ότι δε χρειάζεται όλες αυτές τις παχυντικές αηδίες που ζητάει, αλλά τα θρεπτικά συστατικά των λαχανικών, των φρούτων και των άλλων «κανονικών» τροφίμων. Και κυρίως, πρέπει να τον πείσεις ότι δεν είναι κάτι το προσωρινό, δεν είναι μία τιμωρία επειδή έτρωγε πολύ στο παρελθόν που κάποια μέρα θα τελειώσει και θα αρχίσει πάλι η βροχή από σοκολάτες, αλλά μία μόνιμη αλλαγή. Να τον πείσεις ότι δεν είναι απλώς δίαιτα, αλλά αλλαγή τρόπου ζωής. Δύσκολο, αλλά έτσι είναι.

– Έχω περάσει από δίαιτες με μεγάλη στέρηση. Περνούσα ώρες ολόκληρες χωρίς να φάω τίποτα, και ένιωθα και περήφανος όταν άκουγα την κοιλιά μου να γουργουρίζει, με τον ίδιο τρόπο που ένας σαδιστής βασανιστής απολαμβάνει να ακούει το θύμα του να εκλιπαρεί για έλεος. Τεράστιο λάθος. Και το έκανα ακριβώς επειδή έβλεπα τις δίαιτες ως τιμωρία, και όχι ως κάτι το ευχάριστο.

– Ο καλύτερος τρόπος να αδυνατίσεις είναι να συμβουλευτείς έναν διαιτολόγο, αλλά πτυχιούχο διαιτολόγο, προσοχή στις απομιμήσεις. Γιατί ο καθένας μπορεί με ένα google search να σου πει πόσες θερμίδες έχει μία μερίδα σπανακόρυζο, αλλά μόνο ένας καλός διαιτολόγος θα σου εξηγήσει ποια θρεπτικά συστατικά περιέχει κάθε τροφή, πώς συνδυάζονται μεταξύ τους και πώς να ικανοποιήσεις τη λιγούρα σου με κάτι εξίσου απολαυστικό, αλλά λιγότερο παχυντικό από αυτό που (νομίζεις ότι) λαχταράς.

– Οι δίαιτες του τύπου «χάστε 79 κιλά σε 4,2 δευτερόλεπτα με τη δίαιτα Blavinsky-Patterson» είναι μπαρούφες. Τέλος.

– Αυτό που μετράει στο τέλος της μέρας είναι να τα έχεις καλά με τον εαυτό σου. Αν μπορείς να είσαι 130 κιλά και να κοιτάζεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη και να λες «τι κορμάρα είμαι», τότε δε χρειάζεσαι δίαιτα, εκτός κι αν η χοληστερίνη σου τα έχει 400 και τα τριγλυκερίδια αυξάνονται και πληθύνονται. Κάποιοι μάλλον είμαστε γεννημένοι με το γονίδιο της γουρουνιάς. Είτε θα υποκύψουμε σε αυτό και θα απολαμβάνουμε τα πάχη μας, τα κάλλη μας, είτε θα του αντισταθούμε και θα ακολουθήσουμε έναν πιο υγιεινό τρόπο ζωής. Αλλά σε κάθε περίπτωση, αυτό που έχει σημασία είναι να είμαστε εμείς χαρούμενοι με τον εαυτό μας. Όπως κι αν είναι.

 

newsbeast.gr


Πηγή